Από την πανδημία και την ενεργειακή κρίση μέχρι την ιστορική άνοδο του πληθωρισμού και τις διαδοχικές αυξήσεις των επιτοκίων, η Γαλλίδα αξιωματούχος αφήνει πίσω της μια περίοδο μεγάλων αναταράξεων. Γιατί αποφάσισε να αποχωρήσει πριν από τη λήξη της θητείας της και ποια είναι τα ισχυρά και τα αδύναμα σημεία της διαδρομής της στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Την αποχώρησή της από την προεδρία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) στις 7 Φεβρουαρίου 2027, αρκετούς μήνες πριν από την κανονική ολοκλήρωση της θητείας της τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, ανακοίνωσε στις 29 Οκτωβρίου η Κριστίν Λαγκάρντ, ανοίγοντας επισήμως τη συζήτηση για τη διαδοχή της σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία για την ευρωπαϊκή οικονομία.

Η απόφασή της βάζει πρόωρα τέλος σε μια επταετή παρουσία στο τιμόνι της ΕΚΤ, κατά τη διάρκεια της οποίας η Ευρωζώνη κλήθηκε να διαχειριστεί διαδοχικά σοκ: την πανδημία του κορονοϊού, την ενεργειακή κρίση που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, την εκτίναξη του πληθωρισμού και την αυστηροποίηση της νομισματικής πολιτικής.

Η ίδια εξήγησε ότι επιθυμεί να έχει μεγαλύτερη ελευθερία δημόσιας παρέμβασης σε ζητήματα που υπερβαίνουν το στενό πεδίο της νομισματικής πολιτικής, υποστηρίζοντας ουσιαστικά ότι ο θεσμικός ρόλος της επικεφαλής μιας ανεξάρτητης κεντρικής τράπεζας περιορίζει τη δυνατότητα τοποθέτησης σε ευρύτερα πολιτικά και διεθνή ζητήματα.

Η πρόωρη αποχώρηση, ωστόσο, δεν αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως προσωπική επιλογή. Η χρονική συγκυρία, με τις πολιτικές εξελίξεις στη Γαλλία να πλησιάζουν και την Ευρωπαϊκή Ένωση να καλείται να επιλέξει τον επόμενο πρόεδρο της ΕΚΤ, έχει ήδη πυροδοτήσει συζητήσεις για τις πολιτικές προεκτάσεις της απόφασης.

Από τη δικηγορία στην κορυφή της ευρωπαϊκής οικονομίας

Η πορεία της Κριστίν Λαγκάρντ προς την κορυφή της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής δεν ακολούθησε την παραδοσιακή διαδρομή ενός κεντρικού τραπεζίτη.

Γεννημένη στο Παρίσι την 1η Ιανουαρίου 1956, σπούδασε νομική και ξεκίνησε την επαγγελματική της σταδιοδρομία ως δικηγόρος. Για σχεδόν δύο δεκαετίες εργάστηκε στον διεθνή δικηγορικό κλάδο, αναλαμβάνοντας σταδιακά ηγετικές θέσεις στην αμερικανική δικηγορική εταιρεία Baker McKenzie.

Το 2005 εισήλθε στη γαλλική πολιτική σκηνή και ανέλαβε διαδοχικά κυβερνητικά χαρτοφυλάκια, μεταξύ των οποίων το υπουργείο Εμπορίου και το υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών της Γαλλίας.

Η παρουσία της στο γαλλικό υπουργείο Οικονομικών συνέπεσε με τη διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, μια περίοδο κατά την οποία η ευρωπαϊκή οικονομία βρέθηκε αντιμέτωπη με σοβαρές πιέσεις.

Το 2011 ανέλαβε τη γενική διεύθυνση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ), θέση στην οποία παρέμεινε έως το 2019. Από εκεί διαχειρίστηκε κρίσιμες διεθνείς οικονομικές υποθέσεις, μεταξύ των οποίων και προγράμματα χρηματοδοτικής στήριξης χωρών που αντιμετώπιζαν σοβαρά δημοσιονομικά προβλήματα.

Τον Νοέμβριο του 2019 έγινε η πρώτη γυναίκα που ανέλαβε την προεδρία της ΕΚΤ. Η επιλογή της είχε ιδιαίτερο συμβολισμό, αλλά προκάλεσε και επιφυλάξεις, καθώς δεν διέθετε την τυπική ακαδημαϊκή κατάρτιση στα οικονομικά ούτε την προηγούμενη εμπειρία κεντρικού τραπεζίτη που χαρακτήριζε αρκετούς προκατόχους της.

Η ίδια κλήθηκε να αποδείξει ότι η πολιτική εμπειρία, η διαπραγματευτική ικανότητα και η διαχείριση σύνθετων διεθνών σχέσεων μπορούσαν να αποτελέσουν πλεονέκτημα σε έναν θεσμό που καθορίζει το κόστος του χρήματος για εκατοντάδες εκατομμύρια Ευρωπαίους.

Η πανδημία και η δύσκολη αρχή στην ΕΚΤ

Η πρώτη μεγάλη δοκιμασία της ήρθε λίγους μήνες μετά την ανάληψη των καθηκόντων της, με την πανδημία του κορονοϊού να προκαλεί πρωτοφανή οικονομική αναστάτωση.

Η κατάρρευση της οικονομικής δραστηριότητας, η αβεβαιότητα στις αγορές και οι φόβοι για τη χρηματοδότηση των κρατών-μελών έφεραν την ΕΚΤ αντιμέτωπη με την ανάγκη άμεσης παρέμβασης.

Η Λαγκάρντ δέχθηκε έντονη κριτική τον Μάρτιο του 2020, όταν δήλωσε ότι η ΕΚΤ δεν βρίσκεται εκεί για να περιορίζει τις αποκλίσεις μεταξύ του κόστους δανεισμού των κρατών της Ευρωζώνης. Η τοποθέτηση προκάλεσε αναταράξεις στις αγορές ομολόγων, καθώς ενίσχυσε τους φόβους ότι η Τράπεζα δεν θα προστάτευε επαρκώς τις πιο ευάλωτες οικονομίες, όπως η Ιταλία.

Η αντίδραση ήταν άμεση και η ΕΚΤ προχώρησε σε έκτακτες παρεμβάσεις, εγκαινιάζοντας το πανδημικό πρόγραμμα αγοράς στοιχείων ενεργητικού (PEPP), με στόχο τη σταθεροποίηση των χρηματοπιστωτικών συνθηκών και τη διασφάλιση της ομαλής χρηματοδότησης των οικονομιών.

Η συγκεκριμένη εξέλιξη ανέδειξε μία από τις αδυναμίες της νέας προέδρου: την αρχική δυσκολία να επικοινωνήσει αποτελεσματικά τις προθέσεις της σε μια αγορά που αντιδρά ακόμη και στην παραμικρή ένδειξη αλλαγής πολιτικής.

Ταυτόχρονα, όμως, η μετέπειτα κινητοποίηση της ΕΚΤ αποτέλεσε σημαντικό μέρος της προσπάθειας να αποφευχθεί μια βαθύτερη χρηματοπιστωτική κρίση στην Ευρωζώνη.

Ο πληθωρισμός και το μεγαλύτερο στοίχημα της θητείας της

Εάν η πανδημία αποτέλεσε την πρώτη μεγάλη δοκιμασία, ο πληθωρισμός ήταν εκείνος που καθόρισε σε μεγάλο βαθμό την εικόνα της θητείας της.

Η ανάκαμψη της ζήτησης μετά την πανδημία, οι διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες και, στη συνέχεια, η εκτίναξη των ενεργειακών τιμών μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία οδήγησαν τον πληθωρισμό στην Ευρωζώνη σε πρωτοφανή για τη σύγχρονη νομισματική ιστορία επίπεδα.

Η ΕΚΤ βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα δύσκολο δίλημμα: έπρεπε να περιορίσει την άνοδο των τιμών χωρίς να προκαλέσει υπερβολική επιβράδυνση της οικονομίας και να επιβαρύνει ακόμη περισσότερο νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Από το 2022, η Τράπεζα εγκατέλειψε σταδιακά την πολιτική των εξαιρετικά χαμηλών επιτοκίων και προχώρησε σε μια ταχεία σειρά αυξήσεων, με στόχο να επαναφέρει τον πληθωρισμό κοντά στο 2%, τον μεσοπρόθεσμο στόχο της.

Η αυστηροποίηση της νομισματικής πολιτικής συνέβαλε στην αποκλιμάκωση των πληθωριστικών πιέσεων. Παράλληλα, όμως, αύξησε το κόστος δανεισμού, επιβαρύνοντας όσους είχαν στεγαστικά δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου, τις επιχειρήσεις που χρειάζονταν χρηματοδότηση και τις κυβερνήσεις που έπρεπε να αναχρηματοδοτήσουν το χρέος τους.

Η βασική κριτική προς τη Λαγκάρντ αφορά το γεγονός ότι η ΕΚΤ άργησε να αναγνωρίσει την έκταση και την επιμονή του πληθωριστικού κύματος. Οι αρχικές εκτιμήσεις για τον προσωρινό χαρακτήρα σημαντικού μέρους των ανατιμήσεων αποδείχθηκαν υπερβολικά αισιόδοξες, με αποτέλεσμα η νομισματική πολιτική να χρειαστεί να αλλάξει κατεύθυνση με μεγάλη ταχύτητα.

Η καθυστερημένη αντίδραση αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα αρνητικά στοιχεία του απολογισμού της. Ωστόσο, η αξιολόγηση δεν μπορεί να αγνοεί το γεγονός ότι οι ενεργειακές ανατιμήσεις και οι γεωπολιτικές εξελίξεις περιόρισαν σημαντικά τα περιθώρια παρέμβασης της κεντρικής τράπεζας.

Τα θετικά της θητείας: Σταθερότητα, συναινέσεις και θεσμική αντοχή

Παρά τις αστοχίες, η παρουσία της Λαγκάρντ στην ΕΚΤ έχει και σημαντικές θετικές πλευρές.

Πρώτον, η διαχείριση αλλεπάλληλων κρίσεων. Η πανδημία και η ενεργειακή κρίση δημιούργησαν συνθήκες πρωτοφανούς αβεβαιότητας. Η ΕΚΤ ενεργοποίησε έκτακτα εργαλεία, διατήρησε τη λειτουργία της χρηματοπιστωτικής αγοράς και στη συνέχεια προχώρησε σε αλλαγή κατεύθυνσης της νομισματικής πολιτικής, όταν ο πληθωρισμός έγινε η κυρίαρχη απειλή.

Δεύτερον, η ικανότητα οικοδόμησης συναινέσεων. Σε αντίθεση με το περισσότερο συγκεντρωτικό μοντέλο διοίκησης που είχε συνδεθεί με τον προκάτοχό της, Μάριο Ντράγκι, η Λαγκάρντ επιχείρησε να γεφυρώσει τις διαφορές ανάμεσα στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου. Η προσπάθεια να συνυπάρξουν οι πιο αυστηρές και οι πιο επιφυλακτικές προσεγγίσεις στη νομισματική πολιτική συνέβαλε στη διατήρηση ενός λειτουργικού κλίματος στο εσωτερικό της Τράπεζας.

Τρίτον, η διεθνής παρουσία της. Η προηγούμενη εμπειρία της στο ΔΝΤ και στη γαλλική κυβέρνηση τής επέτρεψε να διατηρεί διαύλους επικοινωνίας με κυβερνήσεις και διεθνείς οργανισμούς. Σε μια περίοδο κατά την οποία η ευρωπαϊκή οικονομία επηρεαζόταν έντονα από τον πόλεμο, την ενεργειακή ανασφάλεια και τις διεθνείς εμπορικές εντάσεις, η διπλωματική της εμπειρία αποδείχθηκε χρήσιμη.

Τέταρτον, η ενίσχυση της παρουσίας των γυναικών στους κορυφαίους οικονομικούς θεσμούς. Η ανάληψη της προεδρίας από την πρώτη γυναίκα επικεφαλής της ΕΚΤ είχε σαφή συμβολική σημασία, ενώ η ίδια είχε ήδη καταγράψει αντίστοιχη πρωτιά στο ΔΝΤ.

Η συνολική εικόνα που προκύπτει είναι αυτή μιας προέδρου που, παρά τις αμφιβολίες για την τεχνοκρατική της κατάρτιση, κατάφερε να διαχειριστεί μια περίοδο αλλεπάλληλων κρίσεων και να διατηρήσει την ΕΚΤ σε λειτουργία μέσα σε ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες.

Τα αρνητικά: Καθυστερήσεις, κόστος δανεισμού και πολιτικές σκιές

Η θετική πλευρά του απολογισμού δεν αναιρεί τις σοβαρές επικρίσεις που συνόδευσαν τη θητεία της.

Η σημαντικότερη αφορά την καθυστερημένη αντίδραση της ΕΚΤ στην άνοδο του πληθωρισμού. Η Τράπεζα υποτίμησε αρχικά τη διάρκεια των πληθωριστικών πιέσεων και χρειάστηκε στη συνέχεια να προχωρήσει σε επιθετικές αυξήσεις επιτοκίων.

Για τα νοικοκυριά, αυτό μεταφράστηκε σε ακριβότερα στεγαστικά δάνεια και περιορισμένη αγοραστική δυνατότητα. Για τις επιχειρήσεις, σε υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης και δυσκολότερες επενδυτικές αποφάσεις. Και για τα κράτη-μέλη, σε αυξημένες δαπάνες εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους.

Βεβαίως, η άνοδος των επιτοκίων ήταν σε μεγάλο βαθμό η αναγκαία απάντηση στην πληθωριστική κρίση. Το ερώτημα που παραμένει είναι εάν η έγκαιρη αναγνώριση των κινδύνων θα μπορούσε να είχε οδηγήσει σε ηπιότερη προσαρμογή.

Δεύτερο σημείο κριτικής αποτελεί η επικοινωνιακή διαχείριση. Η αρχική δήλωση του Μαρτίου του 2020 για τις αποκλίσεις στα κρατικά ομόλογα έδειξε πόσο εύκολα μια ατυχής διατύπωση μπορεί να ενισχύσει την αβεβαιότητα στις αγορές.

Τρίτο ζήτημα είναι η ισορροπία ανάμεσα στην οικονομική πολιτική και την πολιτική διαχείριση. Η Λαγκάρντ διαθέτει ισχυρό πολιτικό υπόβαθρο, γεγονός που τη βοήθησε στις διαπραγματεύσεις, αλλά παράλληλα τροφοδότησε ερωτήματα για τον βαθμό στον οποίο η ηγεσία της ΕΚΤ πρέπει να διατηρεί αποστάσεις από τις πολιτικές ισορροπίες των κρατών-μελών.

Το ζήτημα αυτό επανέρχεται με αφορμή την πρόωρη αποχώρησή της.

Γιατί αποχωρεί πριν από τη λήξη της θητείας της;

Η Λαγκάρντ έχει δηλώσει ότι επιθυμεί να μπορεί να παρεμβαίνει ευρύτερα στον δημόσιο διάλογο, χωρίς τους περιορισμούς που συνεπάγεται η υποχρέωση πολιτικής ουδετερότητας της προέδρου μιας ανεξάρτητης κεντρικής τράπεζας.

Η εξήγηση αυτή είναι συμβατή με τη διαδρομή της, καθώς η πολιτική, η διπλωματία και η δημόσια παρέμβαση αποτελούν διαχρονικά βασικά στοιχεία της επαγγελματικής της ταυτότητας.

Ωστόσο, η χρονική συγκυρία της απόφασης έχει προκαλέσει συζητήσεις.

Η αποχώρηση τον Φεβρουάριο του 2027 επιτρέπει στους Ευρωπαίους ηγέτες να επιλέξουν τον διάδοχό της πριν από τις γαλλικές προεδρικές εκλογές της άνοιξης του ίδιου έτους. Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία, καθώς η σύνθεση της επόμενης γαλλικής ηγεσίας ενδέχεται να επηρεάσει τις ισορροπίες στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ορισμένοι αναλυτές έχουν επικρίνει τη συγκυρία της αποχώρησης, υποστηρίζοντας ότι ενδέχεται να εξυπηρετεί πολιτικούς σχεδιασμούς και να ενισχύει την επιρροή του σημερινού ευρωπαϊκού συσχετισμού δυνάμεων στη διαδικασία επιλογής του διαδόχου.

Πρόκειται, ωστόσο, για ερμηνείες και εκτιμήσεις που δεν αποδεικνύουν από μόνες τους ότι η απόφαση υπαγορεύθηκε από πολιτικά κίνητρα.

Το βέβαιο είναι ότι η επιλογή του επόμενου προέδρου της ΕΚΤ θα αποτελέσει μία από τις σημαντικότερες θεσμικές αποφάσεις της Ευρωζώνης το επόμενο διάστημα.

Η επόμενη ημέρα για την ΕΚΤ και την Ευρωζώνη

Η αποχώρηση της Λαγκάρντ δεν σηματοδοτεί αυτομάτως αλλαγή στη νομισματική πολιτική της ΕΚΤ. Οι αποφάσεις για τα επιτόκια λαμβάνονται συλλογικά από το Διοικητικό Συμβούλιο, με βάση τα οικονομικά δεδομένα και τον στόχο της σταθερότητας των τιμών.

Ωστόσο, η προσωπικότητα και το ύφος του επόμενου προέδρου θα διαδραματίσουν ρόλο στον τρόπο με τον οποίο η Τράπεζα επικοινωνεί τις αποφάσεις της και διαχειρίζεται τις διαφωνίες στο εσωτερικό της.

Μεταξύ των ονομάτων που έχουν συζητηθεί για τη διαδοχή της περιλαμβάνονται ο πρώην επικεφαλής της ολλανδικής κεντρικής τράπεζας Κλάας Κνοτ και ο Πάμπλο Ερνάντες ντε Κος, πρώην διοικητής της Τράπεζας της Ισπανίας και επικεφαλής της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών. Η τελική επιλογή, πάντως, παραμένει ανοιχτή.

Ο επόμενος επικεφαλής θα κληθεί να αντιμετωπίσει μια σειρά από δύσκολες προκλήσεις: τη διατήρηση του πληθωρισμού κοντά στον στόχο του 2%, την υποτονική ανάπτυξη σε τμήματα της Ευρωζώνης, τις δημοσιονομικές πιέσεις σε υπερχρεωμένες χώρες και τις επιπτώσεις των γεωπολιτικών εξελίξεων στις τιμές της ενέργειας.

Παράλληλα, θα πρέπει να διαφυλάξει την ανεξαρτησία της ΕΚΤ σε ένα περιβάλλον αυξανόμενων πολιτικών πιέσεων και εντεινόμενων διαφορών μεταξύ των κρατών-μελών.

Ο τελικός απολογισμός μιας θητείας σε συνθήκες κρίσης

Η Κριστίν Λαγκάρντ αποχωρεί από την ΕΚΤ έχοντας διαχειριστεί μία από τις πιο απαιτητικές περιόδους στην ιστορία του θεσμού.

Στα θετικά της θητείας της καταγράφονται η αντιμετώπιση της πανδημικής αναταραχής, η διατήρηση της θεσμικής συνοχής και η ικανότητα διαπραγμάτευσης σε ένα σύνθετο ευρωπαϊκό περιβάλλον. Στα αρνητικά, η καθυστερημένη αναγνώριση της έκτασης του πληθωρισμού, οι επικοινωνιακές αστοχίες και τα ερωτήματα που συνοδεύουν την πρόωρη αποχώρησή της.

Η αξιολόγηση του έργου της δεν μπορεί να γίνει ανεξάρτητα από τις πρωτοφανείς εξωτερικές συνθήκες που διαμόρφωσαν τη θητεία της. Ούτε, όμως, μπορεί να αγνοήσει ότι οι αποφάσεις της ΕΚΤ επηρέασαν άμεσα το κόστος ζωής, τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων και τη δημοσιονομική θέση των κρατών της Ευρωζώνης.

Το πραγματικό της αποτύπωμα θα κριθεί τελικά από το κατά πόσο η ευρωπαϊκή οικονομία θα διατηρήσει τη σταθερότητα των τιμών χωρίς να εγκλωβιστεί σε παρατεταμένη στασιμότητα και από το εάν η ΕΚΤ θα συνεχίσει να αποτελεί αξιόπιστο θεματοφύλακα του ευρώ.

Η πρόωρη έξοδός της κλείνει ένα σημαντικό κεφάλαιο για την ευρωπαϊκή νομισματική πολιτική. Αφήνει, όμως, ανοιχτό το βασικό ερώτημα: κατάφερε η Λαγκάρντ να ενισχύσει την ανθεκτικότητα της Ευρωζώνης απέναντι στις κρίσεις ή η καθυστερημένη αντίδραση σε ορισμένα από τα σημαντικότερα προβλήματα της περιόδου περιόρισε το θετικό αποτύπωμα της θητείας της;