Οι αποφάσεις της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (Fed) και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) να διατηρήσουν αμετάβλητα τα επιτόκια επαναφέρουν στο προσκήνιο τη συζήτηση για την πορεία του πληθωρισμού και τις αντοχές της παγκόσμιας οικονομίας. Οι δύο κεντρικές τράπεζες επιλέγουν, προς το παρόν, να μην προχωρήσουν σε νέες παρεμβάσεις, παρακολουθώντας τις εξελίξεις στο ενεργειακό κόστος και τις επιπτώσεις τους στην οικονομική δραστηριότητα.
Για το ζήτημα μίλησε στο «Θέμα Κρήτης», στην εκπομπή «Έχουμε Θέμα» με τη Μαρία Σπυριδάκη και τον Δημήτρη Κεσκινίδη, ο οικονομολόγος Βασίλης Βαρούχας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στη συζήτηση, η Fed διατηρεί το βασικό επιτόκιο στο 3,75%, ενώ η ΕΚΤ κρατά το αντίστοιχο επιτόκιο στο 2,5%. Η στάση αυτή συνδέεται με την εκτίμηση ότι οι πληθωριστικές πιέσεις προέρχονται σε σημαντικό βαθμό από την ενεργειακή κρίση και όχι αποκλειστικά από την αυξημένη ζήτηση. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι κεντρικές τράπεζες εμφανίζονται επιφυλακτικές απέναντι στο ενδεχόμενο νέων αυξήσεων, επιλέγοντας να αξιολογήσουν τα οικονομικά δεδομένα των επόμενων μηνών πριν λάβουν νέες αποφάσεις.
Η εικόνα της αμερικανικής και ευρωπαϊκής οικονομίας
Όπως εξηγεί ο κ. Βαρούχας, στις Ηνωμένες Πολιτείες η οικονομική δραστηριότητα εξακολουθεί να εμφανίζει ανθεκτικότητα. Η κατανάλωση παραμένει σε σχετικά υψηλά επίπεδα παρά τις πληθωριστικές πιέσεις, ενώ οι επενδύσεις συνεχίζονται και η αγορά εργασίας διατηρεί τη σταθερότητά της. Τα δεδομένα αυτά περιορίζουν, τουλάχιστον προς το παρόν, τον κίνδυνο εμφάνισης στασιμοπληθωρισμού, δηλαδή του συνδυασμού υψηλού πληθωρισμού, αυξημένης ανεργίας και χαμηλής ή μηδενικής οικονομικής ανάπτυξης.
Παρόμοια εικόνα καταγράφεται και στην Ευρώπη, όπου οι επενδύσεις εξακολουθούν να κινούνται, χωρίς να παρατηρείται μέχρι στιγμής απότομη αύξηση της ανεργίας. Ωστόσο, η πορεία της οικονομίας εξακολουθεί να επηρεάζεται από τις διεθνείς ενεργειακές εξελίξεις, καθώς και από τις πιέσεις στο κόστος παραγωγής και διαβίωσης.
Πώς επηρεάζονται νοικοκυριά και επιχειρήσεις στην Ελλάδα
Οι αποφάσεις των κεντρικών τραπεζών δεν περιορίζονται στις διεθνείς αγορές, αλλά έχουν αντίκτυπο και στην ελληνική οικονομία. Όπως αναλύει ο κ. Βαρούχας, ιδιαίτερη σημασία έχει η σύνδεσή τους με το Euribor, το οποίο επηρεάζει το κόστος δανεισμού και, κυρίως, τις δόσεις των δανείων με κυμαινόμενο επιτόκιο.
Μια ενδεχόμενη αύξηση των επιτοκίων μπορεί να μεταφραστεί σε υψηλότερες μηνιαίες υποχρεώσεις για τα νοικοκυριά, περιορίζοντας τα χρήματα που μπορούν να διαθέσουν για κατανάλωση και άλλες ανάγκες. Αντίστοιχα, οι επιχειρήσεις ενδέχεται να αντιμετωπίσουν αυξημένο κόστος χρηματοδότησης, γεγονός που μπορεί να περιορίσει τη δυνατότητά τους να προχωρήσουν σε νέες επενδύσεις, προσλήψεις και αναπτυξιακές κινήσεις.
Από την άλλη πλευρά, οι καταθέτες μπορούν να επωφεληθούν από υψηλότερες αποδόσεις στους τραπεζικούς τους λογαριασμούς, εφόσον οι αυξήσεις των επιτοκίων μετακυλίονται και στα επιτόκια καταθέσεων. Ωστόσο, το όφελος αυτό δεν αντισταθμίζει απαραίτητα τις ευρύτερες επιπτώσεις που μπορεί να έχει το ακριβότερο χρήμα στην οικονομική δραστηριότητα.
Οι μεταβολές των επιτοκίων επηρεάζουν, αντίστοιχα, και την αγορά κρατικών ομολόγων. Όταν τα επιτόκια αυξάνονται, οι τιμές των ήδη εκδομένων ομολόγων συνήθως υποχωρούν, ενώ οι νέες εκδόσεις μπορούν να προσφέρουν υψηλότερες αποδόσεις. Για τα ελληνικά κρατικά ομόλογα, η διατήρηση ενός περιβάλλοντος υψηλότερων επιτοκίων μπορεί να επηρεάσει το κόστος δανεισμού του Δημοσίου και τις αποδόσεις που ζητούν οι επενδυτές στις αγορές.
Η θητεία της Κριστίν Λαγκάρντ και η επόμενη ημέρα στην ΕΚΤ
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται και η πορεία της Κριστίν Λαγκάρντ στην ηγεσία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η θητεία της έχει συνδεθεί με μια σειρά πρωτόγνωρων οικονομικών και γεωπολιτικών κρίσεων, όπως η πανδημία του κορωνοϊού, η ενεργειακή αναταραχή και η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, γεγονότα που συνέβαλαν στην εκτόξευση του πληθωρισμού στην Ευρώπη.
Σύμφωνα με τον κ. Βαρούχα, η περίοδος αυτή χαρακτηρίστηκε από ιδιαίτερες δυσκολίες, καθώς η ΕΚΤ κλήθηκε να αντιμετωπίσει ισχυρές πληθωριστικές πιέσεις, έχοντας ως βασικό εργαλείο τη νομισματική πολιτική και τις μεταβολές των επιτοκίων. Παράλληλα, σημαντικό ρόλο διαδραμάτισαν οι δημοσιονομικές παρεμβάσεις των κρατών-μελών, καθώς οι αποφάσεις της κεντρικής τράπεζας δεν μπορούσαν από μόνες τους να αντιμετωπίσουν όλες τις συνέπειες των διαδοχικών κρίσεων.
Την ίδια στιγμή, η συζήτηση για την επόμενη ημέρα στην ΕΚΤ έχει ήδη αρχίσει, με το ζήτημα της διαδοχής της Λαγκάρντ να βρίσκεται στο προσκήνιο. Στο πολιτικό παρασκήνιο έχουν διατυπωθεί και σενάρια σχετικά με τις μελλοντικές πολιτικές της φιλοδοξίες, μεταξύ των οποίων και το ενδεχόμενο διεκδίκησης της γαλλικής προεδρίας, χωρίς ωστόσο να υπάρχει επιβεβαιωμένη σχετική απόφαση.
Η αμφιλεγόμενη εμπειρία του ΔΝΤ στην Αργεντινή
Στην αποτίμηση της οικονομικής διαδρομής της Κριστίν Λαγκάρντ γίνεται επίσης αναφορά στην περίοδο κατά την οποία βρισκόταν στην ηγεσία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Ιδιαίτερη θέση κατέχει η συμφωνία του 2018 με την Αργεντινή, όταν εγκρίθηκε δανειακή χρηματοδότηση ύψους περίπου 57 δισ. δολαρίων, η μεγαλύτερη στην ιστορία του Ταμείου μέχρι τότε.
Παρά το μέγεθος της οικονομικής στήριξης, η χώρα δεν κατάφερε να αποφύγει τη βαθιά οικονομική κρίση, την υποχώρηση του νομίσματος και την ύφεση. Η συγκεκριμένη περίπτωση ανέδειξε τα όρια της εξωτερικής χρηματοδοτικής βοήθειας, όταν αυτή δεν συνοδεύεται από σταθερές οικονομικές βάσεις και αποτελεσματική δημοσιονομική διαχείριση.
Συνολικά, οι αποφάσεις των κεντρικών τραπεζών για τα επιτόκια, οι πληθωριστικές πιέσεις και οι διεθνείς οικονομικές αναταράξεις διαμορφώνουν ένα σύνθετο περιβάλλον για νοικοκυριά, επιχειρήσεις και κυβερνήσεις. Το επόμενο διάστημα αναμένεται να είναι καθοριστικό για την πορεία της νομισματικής πολιτικής, καθώς οι κεντρικές τράπεζες θα κληθούν να ισορροπήσουν ανάμεσα στην ανάγκη συγκράτησης του πληθωρισμού και στη διατήρηση της οικονομικής ανάπτυξης.









