Στοχευμένες διασταυρώσεις για τον εντοπισμό εισοδημάτων που αποκτήθηκαν στο εξωτερικό, αλλά δεν αποτυπώθηκαν στις ελληνικές φορολογικές δηλώσεις, προχωρά η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ). Μέχρι τις 30 Οκτωβρίου, η φορολογική διοίκηση καλείται να έχει ελέγξει τουλάχιστον το 50% των πληροφοριών που έλαβε από ξένες φορολογικές αρχές μέσω του ευρωπαϊκού συστήματος διοικητικής συνεργασίας DAC1, με επίκεντρο τουλάχιστον το φορολογικό έτος 2021.

Η συγκεκριμένη ενέργεια περιλαμβάνεται στον προγραμματισμό της ΑΑΔΕ και αποσκοπεί στον εντοπισμό διαφορών ανάμεσα στα στοιχεία που διαβιβάζονται από το εξωτερικό και στα ποσά που δηλώνουν οι φορολογούμενοι στην Ελλάδα. Όπου προκύπτουν ασυμφωνίες, οι υποθέσεις θα εξετάζονται αναλυτικότερα, προκειμένου να διαπιστωθεί αν υπάρχει αδήλωτο εισόδημα ή αν οι διαφορές δικαιολογούνται από τα διαθέσιμα παραστατικά.

Μια απόκλιση δεν σημαίνει αυτομάτως ότι έχει διαπραχθεί φοροδιαφυγή. Η τελική αξιολόγηση εξαρτάται από την προέλευση των χρημάτων, τα δικαιολογητικά που υπάρχουν και τις εξηγήσεις που θα δοθούν στις φορολογικές υπηρεσίες.

Οι διασταυρώσεις επεκτείνονται σε εισοδήματα και έξοδα

Οι πληροφορίες από το εξωτερικό αποτελούν μόνο ένα μέρος των δεδομένων που αξιοποιούν οι ελεγκτικοί μηχανισμοί. Η ΑΑΔΕ συνδυάζει στοιχεία από τράπεζες, εργοδότες, ασφαλιστικούς οργανισμούς, επιχειρήσεις και άλλους φορείς, προκειμένου να εντοπίσει περιπτώσεις στις οποίες η δηλωμένη οικονομική κατάσταση δεν συμβαδίζει με τις συναλλαγές και τις δαπάνες ενός φορολογουμένου.

Στο επίκεντρο μπορεί να βρεθούν δηλώσεις με περιορισμένα εισοδήματα, όταν την ίδια στιγμή εμφανίζονται υψηλές πληρωμές με κάρτες, σημαντικές δανειακές υποχρεώσεις ή αυξημένα έξοδα διαβίωσης. Επίσης, εξετάζονται τραπεζικές πιστώσεις που δεν συνδέονται με σαφή πηγή χρηματοδότησης, καθώς και περιουσιακές μεταβολές για τις οποίες δεν προκύπτει επαρκής εξήγηση.

Στα δεδομένα που μπορούν να αξιοποιηθούν περιλαμβάνονται μισθοί, συντάξεις, αναδρομικές αποδοχές, πρόσθετες αμοιβές, τόκοι και μερίσματα. Παράλληλα, πληροφορίες για οικονομικές συναλλαγές και δαπάνες, όπως εξυπηρέτηση δανείων, ασφάλιστρα, νοσήλια σε ιδιωτικά θεραπευτήρια και δίδακτρα, μπορούν να συμβάλουν στη διαμόρφωση μιας πληρέστερης εικόνας.

Στοιχεία διαβιβάζονται επίσης από παρόχους υπηρεσιών, μεταξύ άλλων στους τομείς της τηλεφωνίας, της ηλεκτρικής ενέργειας και της ύδρευσης, σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται για κάθε κατηγορία.

Το κρίσιμο στοιχείο είναι ο συνδυασμός των πληροφοριών. Μια μεγάλη αγορά ή μια αυξημένη δαπάνη μπορεί να καλύπτεται από αποταμιεύσεις προηγούμενων ετών ή από νόμιμη χρηματοδότηση. Αν, ωστόσο, δεν μπορεί να τεκμηριωθεί από πού προήλθαν τα χρήματα, ενδέχεται να ακολουθήσει περαιτέρω φορολογικός έλεγχος.

Πώς ελέγχονται οι τραπεζικές κινήσεις

Σημαντικό εργαλείο για την εξέταση τραπεζικών συναλλαγών είναι το BANCAPP, το Σύστημα Αυτοματοποιημένου Ελέγχου Προσαύξησης Περιουσίας. Η εφαρμογή αξιοποιεί χρηματοπιστωτικά δεδομένα για φορολογουμένους που έχουν τεθεί υπό έλεγχο, διευκολύνοντας την ανάλυση των κινήσεων στους λογαριασμούς τους και τη διερεύνηση της προέλευσης των χρημάτων.

Οι ελεγκτές εξετάζουν τις πιστώσεις και αναζητούν στοιχεία που να αποδεικνύουν από πού προήλθαν τα ποσά. Για παράδειγμα, χρήματα από πώληση ακινήτου θα πρέπει να μπορούν να συνδεθούν με το σχετικό συμβόλαιο και την πληρωμή, ενώ στην περίπτωση δανείου απαιτούνται στοιχεία της σύμβασης και της εκταμίευσης.

Αντίστοιχα, για δωρεές ή γονικές παροχές είναι σημαντικό να υπάρχουν οι σχετικές δηλώσεις και τα τραπεζικά παραστατικά. Όταν η προέλευση των χρημάτων είναι γνωστή, η φορολογική αντιμετώπιση εξετάζεται βάσει των διατάξεων που ισχύουν για τη συγκεκριμένη περίπτωση και όχι αυτομάτως ως προσαύξηση περιουσίας άγνωστης προέλευσης.

Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται και όταν τα ποσά προέρχονται από αποταμιεύσεις παλαιότερων ετών. Σε αυτή την περίπτωση, ο φορολογούμενος πρέπει να είναι σε θέση να τεκμηριώσει ότι τα κεφάλαια μπορούσαν να έχουν συγκεντρωθεί και ήταν διαθέσιμα κατά τον χρόνο που πραγματοποιήθηκε η επίμαχη συναλλαγή.

Το ίδιο ισχύει για μεταφορές χρημάτων μεταξύ λογαριασμών ή επιστροφές ποσών. Η διαδρομή των χρημάτων πρέπει να αποτυπώνεται με τρόπο που να επιτρέπει την επαλήθευση της εξήγησης και να συνδέει τις κινήσεις με τα αντίστοιχα δικαιολογητικά.

Πόσος χρόνος υπάρχει για την απάντηση στον έλεγχο

Οι προθεσμίες που ισχύουν για την υποβολή εξηγήσεων και στοιχείων διαφέρουν ανάλογα με το έγγραφο που κοινοποιεί η φορολογική διοίκηση και το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η διαδικασία.

Για γενικό αίτημα παροχής πληροφοριών ή προσκόμισης εγγράφων, ο Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας προβλέπει, σύμφωνα με τα στοιχεία του δημοσιεύματος, προθεσμία 10 εργάσιμων ημερών από την κοινοποίηση. Παράταση μπορεί να χορηγηθεί εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις και τεκμηριώνονται δυσκολίες που δεν οφείλονται στον φορολογούμενο.

Εάν από τον έλεγχο προκύψουν ευρήματα και κοινοποιηθούν σημείωμα διαπιστώσεων μαζί με προσωρινό διορθωτικό προσδιορισμό φόρου, προβλέπεται προθεσμία 20 ημερών για την υποβολή έγγραφων απόψεων. Σε αυτό το στάδιο ο ενδιαφερόμενος μπορεί να καταθέσει τα απαραίτητα δικαιολογητικά και να αντικρούσει τα ευρήματα πριν από την έκδοση της οριστικής πράξης.

Πρόσθετος φόρος και πρόστιμα όταν διαπιστωθούν παραβάσεις

Εφόσον επιβεβαιωθεί ότι έχει παραλειφθεί φορολογητέο εισόδημα, μπορεί να προκύψει πρόσθετος φόρος, μαζί με τις επιβαρύνσεις που προβλέπει η νομοθεσία.

Για ανακριβή φορολογική δήλωση, το πρόστιμο μπορεί να ανέλθει σε 10%, 25% ή 50% επί της διαφοράς φόρου, ανάλογα με το μέγεθος της απόκλισης σε σχέση με τον φόρο που είχε δηλωθεί. Το ποσοστό του 50% αφορά το πρόστιμο επί της διαφοράς φόρου και όχι το σύνολο των πιθανών επιβαρύνσεων, καθώς ενδέχεται να προστεθούν και οι νόμιμοι τόκοι.

Σε υποθέσεις όπου η οικονομική εικόνα εξακολουθεί να μην εξηγείται επαρκώς, η φορολογική διοίκηση μπορεί, εφόσον πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις, να χρησιμοποιήσει έμμεσες τεχνικές ελέγχου. Μεταξύ άλλων, εξετάζονται η ρευστότητα, η μεταβολή της καθαρής περιουσιακής θέσης, οι τραπεζικές καταθέσεις και οι δαπάνες που πραγματοποιούνται σε μετρητά, ώστε να εκτιμηθεί αν υπάρχει εισόδημα που δεν έχει δηλωθεί.

Το αποτέλεσμα κάθε υπόθεσης εξαρτάται από τα πραγματικά δεδομένα και τα αποδεικτικά στοιχεία. Η τεκμηρίωση της προέλευσης των χρημάτων αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την αξιολόγηση των διαφορών που εντοπίζονται κατά τον φορολογικό έλεγχο.

Πηγή: newmoney.gr