Γράφει η Ειρήνη Αντωνάκη

Στο στόχαστρο κυβερνοεπιθέσεων βρέθηκαν το τελευταίο διάστημα επιχειρήσεις στην Ελλάδα και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, με χαρακτηριστική περίπτωση τις επιθέσεις σε συστήματα ψύξης καταστημάτων τροφίμων και σούπερ μάρκετ, μεταξύ των οποίων και επιχειρήσεις στην Κρήτη.

Πρόκειται για περιστατικά που αναδεικνύουν τις ολοένα αυξανόμενες απειλές στον ψηφιακό κόσμο και προκαλούν ανησυχία στον επιχειρηματικό κόσμο. Για το ζήτημα μίλησε στο Θέμα Κρήτης η Ροδούλα Ζαφείρη, υπεύθυνη Επιχειρησιακής Λειτουργίας και Μηχανικός Κυβερνοασφάλειας στην εταιρεία Raven Cybersecurity.

Στο στόχαστρο ακόμη και τα συστήματα ψύξης

Όπως εξηγεί η κ. Ζαφείρη, οι συγκεκριμένες επιθέσεις στόχευσαν τους κεντρικούς ηλεκτρονικούς ελεγκτές που ρυθμίζουν τη λειτουργία των ψυγείων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι συσκευές διέθεταν σελίδες διαχείρισης εκτεθειμένες απευθείας στο διαδίκτυο, χωρίς επαρκή προστασία.

Οι δράστες εκμεταλλεύτηκαν αδύναμους ή εργοστασιακούς κωδικούς πρόσβασης, καθώς και παλαιότερα συστήματα, αποκτώντας τη δυνατότητα να μεταβάλλουν τις ρυθμίσεις λειτουργίας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα ψυγεία τέθηκαν σε λειτουργία απόψυξης ή αυξήθηκε η θερμοκρασία τους, με αποτέλεσμα να τεθούν σε κίνδυνο τα αποθηκευμένα τρόφιμα.

Η συγκεκριμένη υπόθεση αναδεικνύει ότι οι κυβερνοεπιθέσεις δεν περιορίζονται πλέον στην υποκλοπή προσωπικών δεδομένων ή στην παραβίαση ηλεκτρονικών λογαριασμών, αλλά μπορούν να επηρεάσουν ακόμη και τον καθημερινό εξοπλισμό μιας επιχείρησης.

Phishing: Η πιο συνηθισμένη παγίδα για τις επιχειρήσεις

Όπως αναλύει η κ. Ζαφείρη, ένας από τους συνηθέστερους τρόπους με τους οποίους οι επιτήδειοι αποκτούν πρόσβαση σε εταιρικά συστήματα είναι το λεγόμενο phishing, δηλαδή η ηλεκτρονική εξαπάτηση.

Οι δράστες μπορεί να προσποιηθούν τους τεχνικούς, να πραγματοποιήσουν παραπλανητικά τηλεφωνήματα ή να στείλουν μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που μοιάζουν απολύτως αυθεντικά, με στόχο να αποσπάσουν κωδικούς ή να πείσουν εργαζομένους να τους παραχωρήσουν απομακρυσμένη πρόσβαση.

Παράλληλα, εργαλεία απομακρυσμένης διαχείρισης, τα οποία χρησιμοποιούνται νόμιμα από επιχειρήσεις και τεχνικούς, μπορούν να αποτελέσουν σημείο εισόδου για επιθέσεις, όταν παραμένουν εκτεθειμένα στο διαδίκτυο χωρίς ισχυρούς κωδικούς και πρόσθετους μηχανισμούς ταυτοποίησης.

Τεχνητή Νοημοσύνη: Νέο όπλο στα χέρια των κυβερνοεγκληματιών

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και ο ρόλος της Τεχνητής Νοημοσύνης. Τα σύγχρονα εργαλεία AI δίνουν τη δυνατότητα στους κυβερνοεγκληματίες να συλλέγουν και να συνδυάζουν πληροφορίες για τους στόχους τους πολύ πιο γρήγορα, δημιουργώντας πιο πειστικές επιθέσεις.

Τα παραπλανητικά μηνύματα μπορούν πλέον να είναι γραμμένα σε άψογα ελληνικά, να χρησιμοποιούν πραγματικά λογότυπα και να μιμούνται το ύφος ενός οργανισμού ή ενός συνεργάτη. Επιπλέον, μέσω της τεχνολογίας των deepfakes, είναι δυνατή η αναπαραγωγή της φωνής ή ακόμη και της εικόνας ενός προσώπου, διευκολύνοντας την πλαστοπροσωπία.

Την ίδια στιγμή, η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να αξιοποιηθεί και ως εργαλείο άμυνας, καθώς τα συστήματα κυβερνοασφάλειας είναι σε θέση να εντοπίζουν σε πραγματικό χρόνο ασυνήθιστες δραστηριότητες σε ένα δίκτυο και να αντιδρούν αυτοματοποιημένα, περιορίζοντας την εξάπλωση μιας επίθεσης.

Γιατί κινδυνεύουν περισσότερο οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις

Η κ. Ζαφείρη επισημαίνει ότι ιδιαίτερα ευάλωτες εμφανίζονται οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες συχνά δεν διαθέτουν εξειδικευμένο προσωπικό ή τους απαραίτητους οικονομικούς πόρους για την προστασία των ψηφιακών τους συστημάτων.

Σε αρκετές περιπτώσεις, η κυβερνοασφάλεια δεν αντιμετωπίζεται ως βασική προτεραιότητα, αλλά ως ένα επιπλέον λειτουργικό έξοδο. Ωστόσο, το κόστος αντιμετώπισης μιας σοβαρής κυβερνοεπίθεσης μπορεί να αποδειχθεί πολύ μεγαλύτερο από το κόστος της πρόληψης, ενώ για μια μικρή επιχείρηση οι συνέπειες μπορεί να είναι ακόμη και καταστροφικές.

Τα μέτρα προστασίας που μπορούν να κάνουν τη διαφορά

Για τον περιορισμό των κινδύνων, οι ειδικοί συστήνουν στις επιχειρήσεις να γνωρίζουν με ακρίβεια ποιες συσκευές και ποια προγράμματα είναι συνδεδεμένα στο διαδίκτυο, να πραγματοποιούν τακτικές ενημερώσεις λογισμικού, να αλλάζουν τους εργοστασιακούς κωδικούς πρόσβασης και να ενεργοποιούν την επαλήθευση δύο παραγόντων.

Παράλληλα, σημαντική είναι η αποφυγή άσκοπης έκθεσης συστημάτων στο διαδίκτυο, η δημιουργία τακτικών αντιγράφων ασφαλείας που διατηρούνται εκτός του εταιρικού δικτύου, αλλά και η συνεχής εκπαίδευση των εργαζομένων, ώστε να μπορούν να αναγνωρίζουν ύποπτα μηνύματα και αιτήματα.

Εξίσου απαραίτητη θεωρείται η ύπαρξη σχεδίου αντιμετώπισης περιστατικών, ώστε κάθε επιχείρηση να γνωρίζει πώς πρέπει να κινηθεί σε περίπτωση κυβερνοεπίθεσης, ποιους να ενημερώσει και ποιες ενέργειες να ακολουθήσει για τον περιορισμό της ζημιάς.

NIS2: Αυστηρότερο πλαίσιο για την κυβερνοασφάλεια

Τέλος, η ευρωπαϊκή οδηγία NIS2 ενισχύει τις υποχρεώσεις κυβερνοασφάλειας για επιχειρήσεις και οργανισμούς που δραστηριοποιούνται σε κρίσιμους και σημαντικούς τομείς, προβλέποντας συγκεκριμένα μέτρα προστασίας και υποχρεώσεις αναφοράς σοβαρών περιστατικών.

Η Εθνική Αρχή Κυβερνοασφάλειας παρέχει, επίσης, εργαλεία αυτοαξιολόγησης, προκειμένου οι επιχειρήσεις να μπορούν να ελέγξουν το επίπεδο ετοιμότητας και προστασίας τους.