Σε εξέλιξη βρίσκεται η εκλογική αναμέτρηση στο Ισραήλ, με τα μέχρι στιγμής αποτελέσματα να δίνουν προβάδισμα στον συνασπισμό του Μπενιαμίν Νετανιάχου, χωρίς ωστόσο να διαμορφώνεται ακόμη μια σαφής κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Η καταμέτρηση των ψήφων διαφοροποίησε την αρχική εικόνα των exit polls, τα οποία έδειχναν το αντιπολιτευτικό στρατόπεδο του Γκάντι Άιζενκοτ να προηγείται με μικρή διαφορά.

Το πολιτικό σκηνικό παραμένει ρευστό, καθώς κανένα από τα δύο βασικά στρατόπεδα δεν έχει συγκεντρώσει τις 61 έδρες που απαιτούνται για την εξασφάλιση της πλειοψηφίας στην Κνεσέτ, τη Βουλή του Ισραήλ. Οι επόμενες κινήσεις των πολιτικών αρχηγών, αλλά και η στάση των μικρότερων κομμάτων, αναμένεται να καθορίσουν τις εξελίξεις.

Η αναμέτρηση της 27ης Οκτωβρίου πραγματοποιήθηκε σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδο για τη χώρα, καθώς ήταν η πρώτη εκλογική διαδικασία μετά την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 και τις πολεμικές επιχειρήσεις που ακολούθησαν. Η συμμετοχή έφτασε το 77,7%, καταγράφοντας το υψηλότερο ποσοστό από το 1999, χωρίς όμως να αποσαφηνίζεται ακόμη ποια πολιτική δύναμη θα καταφέρει να σχηματίσει κυβέρνηση.

Η καταμέτρηση δίνει προβάδισμα στο μπλοκ Νετανιάχου

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Κεντρικής Εκλογικής Επιτροπής, όπως μεταδόθηκαν από τους Times of Israel στις 05:58 το πρωί της Τετάρτης 28 Οκτωβρίου, με ενσωματωμένο το 41,9% των εκλογικών τμημάτων, ο συνασπισμός που στηρίζει τον Μπενιαμίν Νετανιάχου συγκεντρώνει 57 έδρες. Το αντιπολιτευτικό μπλοκ του Γκάντι Άιζενκοτ ακολουθεί με 47 έδρες, ενώ τα αραβικά κόμματα εμφανίζονται να εξασφαλίζουν συνολικά 16 έδρες.

Η συγκεκριμένη κατανομή δεν επιτρέπει στον Νετανιάχου να εξασφαλίσει αυτοδυναμία, καθώς υπολείπονται τέσσερις έδρες από το όριο των 61. Παράλληλα, τα αποτελέσματα εξακολουθούν να μεταβάλλονται, καθώς συνεχίζεται η ενσωμάτωση των ψήφων.

Σε προηγούμενο στάδιο της καταμέτρησης, το κυβερνητικό στρατόπεδο εμφανιζόταν με 59 έδρες, η αντιπολίτευση με 46 και τα αραβικά κόμματα με 15. Οι διακυμάνσεις αυτές καταδεικνύουν ότι η τελική εικόνα δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί.

Σε επίπεδο κομμάτων, το Λικούντ του Νετανιάχου διατηρεί την πρώτη θέση, ενώ το Γιασάρ του Άιζενκοτ καταγράφεται ως η μεγαλύτερη δύναμη στον αντιπολιτευτικό χώρο.

Καθοριστικό στοιχείο για την τελική κατανομή είναι και το όριο εισόδου στην Κνεσέτ, το οποίο ανέρχεται στο 3,25%. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, το κόμμα των Εφέδρων συγκεντρώνει 2,7%, το Λαός του Ισραήλ 1,8% και το κόμμα των Υπερορθόδοξων 0,3%, ποσοστά που δεν εξασφαλίζουν κοινοβουλευτική εκπροσώπηση εφόσον παραμείνουν κάτω από το απαιτούμενο όριο.

Επιπλέον, εκκρεμεί η καταμέτρηση ειδικών κατηγοριών ψήφων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και εκείνες των στρατιωτών. Η ενσωμάτωσή τους ενδέχεται να επιφέρει αλλαγές στην τελική κατανομή των εδρών.

Από την αρχική υπεροχή της αντιπολίτευσης στην αλλαγή των συσχετισμών

Διαφορετική ήταν η εικόνα αμέσως μετά το κλείσιμο των καλπών, στις 22:00 το βράδυ της Τρίτης. Οι πρώτες εκτιμήσεις των τηλεοπτικών δικτύων έδιναν οριακό προβάδισμα στον συνασπισμό του Άιζενκοτ, χωρίς να προκύπτει και σε αυτή την περίπτωση αυτοδύναμη κυβέρνηση.

Καθώς προχωρούσε η εκλογική βραδιά, οι αναθεωρημένες προβολές περιόρισαν τη διαφορά. Τα δίκτυα Kan 11 και Channel 13 έδιναν ισοπαλία, με 51 έδρες για κάθε στρατόπεδο και 18 για τα αραβικά κόμματα. Από την πλευρά του, το Channel 12 εκτιμούσε ότι το μπλοκ Νετανιάχου θα συγκέντρωνε 52 έδρες, έναντι 49 της αντιπολίτευσης και 19 των αραβικών παρατάξεων.

Η καταμέτρηση των πραγματικών ψήφων διαφοροποίησε στη συνέχεια τις αρχικές εκτιμήσεις, δίνοντας μεγαλύτερο προβάδισμα στον συνασπισμό του απερχόμενου πρωθυπουργού. Ωστόσο, το γεγονός ότι εξακολουθούν να λείπουν έδρες για την κοινοβουλευτική πλειοψηφία διατηρεί ανοιχτό το ζήτημα των μετεκλογικών συνεργασιών.

Τα μηνύματα Νετανιάχου και Άιζενκοτ μετά την κάλπη

Στο εκλογικό αρχηγείο του Λικούντ στην Ιερουσαλήμ βρέθηκε τις πρώτες πρωινές ώρες της Τετάρτης ο Μπενιαμίν Νετανιάχου. Οι υποστηρικτές του τον υποδέχθηκαν με επευφημίες, ωστόσο ο ίδιος απέφυγε να ανακοινώσει οριστική νίκη, καθώς η καταμέτρηση συνεχιζόταν.

Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός υπογράμμισε ότι το Λικούντ αποτελεί το μεγαλύτερο κόμμα της χώρας και ζήτησε τη συγκρότηση μιας ισχυρής δεξιάς εθνικής κυβέρνησης. Παράλληλα, υποστήριξε ότι το δεξιό στρατόπεδο διαθέτει πλειοψηφία μεταξύ των Εβραίων και των σιωνιστών ψηφοφόρων.

Ο Νετανιάχου άσκησε, επίσης, κριτική στην αντιπολίτευση για το ενδεχόμενο να επιδιώξει κυβερνητική συνεργασία με αραβικά κόμματα. Χαρακτήρισε τις συγκεκριμένες παρατάξεις «αντισιωνιστικές», διατυπώνοντας κατηγορίες που αποτελούν μέρος της πολιτικής αντιπαράθεσης μεταξύ των δύο πλευρών.

Στην ομιλία του αναφέρθηκε ακόμη στις στρατιωτικές επιχειρήσεις που ακολούθησαν την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου 2023 και στη συνεργασία του Ισραήλ με τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ. Όπως δήλωσε, θεωρεί ότι υπάρχει μια σημαντική ευκαιρία για την αντιμετώπιση της απειλής που, κατά τον ίδιο, συνιστά το Ιράν.

Από την πλευρά του, ο Γκάντι Άιζενκοτ εμφανίστηκε αποφασισμένος να διεκδικήσει την αλλαγή κυβέρνησης. Μιλώντας σε υποστηρικτές του στο Τελ Αβίβ, υποστήριξε ότι το εκλογικό αποτέλεσμα εκφράζει την επιθυμία των πολιτών για διαφορετική ηγεσία και δήλωσε ότι θα επιδιώξει τη συγκρότηση νέας κυβέρνησης.

Ο επικεφαλής του Γιασάρ τάχθηκε κατά της διεξαγωγής νέων εκλογών, τονίζοντας την ανάγκη να βρεθεί πολιτική λύση. Παράλληλα, απηύθυνε προειδοποίηση προς τον Νετανιάχου να μην αξιοποιήσει τα ζητήματα εθνικής ασφάλειας για πολιτικούς σκοπούς.

Η δυνατότητα του Άιζενκοτ να προχωρήσει από τη διεκδίκηση της πολιτικής αλλαγής στον σχηματισμό κυβέρνησης θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο θα μπορέσει να εξασφαλίσει την υποστήριξη κομμάτων με διαφορετικές πολιτικές θέσεις.

Τα τέσσερα ενδεχόμενα για τον σχηματισμό κυβέρνησης

Η πρωτιά στην εκλογική αναμέτρηση δεν εξασφαλίζει αυτομάτως την ανάληψη της εξουσίας. Το κρίσιμο ζήτημα είναι ποιος πολιτικός αρχηγός θα καταφέρει να συγκεντρώσει επαρκή κοινοβουλευτική στήριξη και να διαμορφώσει έναν λειτουργικό συνασπισμό.

Με βάση τα δεδομένα που έχουν προκύψει, τέσσερα είναι τα βασικά σενάρια για την επόμενη ημέρα.

  1. Συγκρότηση κυβερνητικού συνασπισμού

Μετά την οριστικοποίηση των αποτελεσμάτων, ο πρόεδρος του Ισραήλ, Ισαάκ Χέρτσογκ, θα πραγματοποιήσει διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των κομμάτων και θα αναθέσει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον υποψήφιο που εκτιμάται ότι έχει τις περισσότερες πιθανότητες να συγκεντρώσει την απαραίτητη υποστήριξη.

Εάν ο Νετανιάχου δεν εξασφαλίσει τις απαιτούμενες έδρες μέσω των παραδοσιακών συμμάχων του, θα χρειαστεί να αναζητήσει πρόσθετη κοινοβουλευτική στήριξη. Αντίστοιχα, ο Άιζενκοτ θα πρέπει να διερευνήσει πιθανές συνεργασίες με πολιτικές δυνάμεις που δεν ανήκουν στον στενό πυρήνα της αντιπολίτευσης.

Οι διαπραγματεύσεις θα αφορούν τόσο την κατανομή των υπουργείων όσο και τις προγραμματικές δεσμεύσεις της επόμενης κυβέρνησης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η προηγούμενη εκλογική αναμέτρηση του 2022, μετά την οποία ο Νετανιάχου χρειάστηκε 58 ημέρες για να σχηματίσει κυβέρνηση.

  1. Κυβέρνηση μειοψηφίας με στήριξη αραβικών παρατάξεων

Ένα ακόμη ενδεχόμενο είναι η δημιουργία κυβέρνησης μειοψηφίας, η οποία θα εξασφαλίζει την απαραίτητη κοινοβουλευτική υποστήριξη χωρίς όλα τα κόμματα που τη στηρίζουν να συμμετέχουν στο υπουργικό συμβούλιο.

Σε μια τέτοια περίπτωση, σημαντικό ρόλο θα μπορούσαν να διαδραματίσουν η Ραάμ του Μανσούρ Αμπάς και η Κοινή Λίστα. Η στάση τους θα μπορούσε να επηρεάσει τις προσπάθειες του αντιπολιτευτικού στρατοπέδου να συγκεντρώσει την απαιτούμενη πλειοψηφία.

Ωστόσο, μια τέτοια συνεργασία συνοδεύεται από πολιτικές δυσκολίες. Οι διαφορές μεταξύ των αραβικών κομμάτων και άλλων δυνάμεων της αντιπολίτευσης, καθώς και οι αντιδράσεις που προκαλεί η προοπτική κοινοβουλευτικής στήριξης από αραβικές παρατάξεις, ενδέχεται να περιπλέξουν τις διαπραγματεύσεις.

  1. Κυβέρνηση εθνικής ενότητας

Εάν τα δύο βασικά στρατόπεδα αδυνατούν να εξασφαλίσουν πλειοψηφία με τους υφιστάμενους συμμάχους τους, θα μπορούσε να εξεταστεί η συνεργασία κομμάτων από διαφορετικούς πολιτικούς χώρους.

Μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας θα μπορούσε να περιορίσει την ανάγκη εξάρτησης από μικρότερες παρατάξεις, αλλά θα απαιτούσε σημαντικούς συμβιβασμούς, δεδομένης της αντιπαράθεσης μεταξύ Νετανιάχου και Άιζενκοτ.

Στη δημόσια συζήτηση έχει τεθεί η προοπτική συνεργασίας μεταξύ σιωνιστικών κομμάτων, με διαφορετικές εκδοχές ως προς τη συμμετοχή των αραβικών και των υπερορθόδοξων παρατάξεων.

Υπάρχει, επίσης, προηγούμενο από το 2020, όταν ο Νετανιάχου και ο Μπένι Γκαντς συμφώνησαν στον σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας, με πρόβλεψη εναλλαγής στην πρωθυπουργία. Η συμφωνία, ωστόσο, δεν διατηρήθηκε, με τη χώρα να οδηγείται ξανά σε εκλογές.

Η πιθανότητα μιας ανάλογης λύσης παραμένει συνδεδεμένη με τη διάθεση των πολιτικών αντιπάλων να υπερβούν τις διαφωνίες τους, κάτι που μέχρι στιγμής δεν έχει αποτυπωθεί σε συγκεκριμένη συμφωνία.

  1. Αποτυχία των διαπραγματεύσεων και νέες εκλογές

Εάν οι προσπάθειες σχηματισμού κυβέρνησης αποτύχουν, το Ισραήλ ενδέχεται να οδηγηθεί σε νέα εκλογική αναμέτρηση.

Η πολιτική αστάθεια δεν αποτελεί πρωτόγνωρο φαινόμενο για τη χώρα. Από τον Απρίλιο του 2019 έως τον Μάρτιο του 2021 πραγματοποιήθηκαν τέσσερις εκλογικές αναμετρήσεις, καθώς τα κόμματα δεν κατάφερναν να συμφωνήσουν σε έναν σταθερό κυβερνητικό συνασπισμό.

Σύμφωνα με τη διαδικασία σχηματισμού κυβέρνησης, ο αρχηγός που λαμβάνει την εντολή από τον πρόεδρο έχει αρχικά 28 ημέρες για να ολοκληρώσει τις διαπραγματεύσεις, με δυνατότητα παράτασης έως 14 ημέρες. Αν δεν καταστεί δυνατή η συγκρότηση κυβέρνησης, μπορεί να ακολουθήσει νέα εντολή σε άλλο πρόσωπο, πριν εξαντληθούν οι προβλεπόμενες διαδικασίες.

Εφόσον δεν προκύψει λύση, μπορεί να ανοίξει ο δρόμος για νέες εκλογές, παρατείνοντας την πολιτική αβεβαιότητα σε μια περίοδο κατά την οποία η ασφάλεια και οι περιφερειακές εξελίξεις παραμένουν κρίσιμα ζητήματα για το Ισραήλ.

Μέχρι να σχηματιστεί νέα κυβέρνηση, ο Νετανιάχου παραμένει στην πρωθυπουργία ως επικεφαλής της απερχόμενης κυβέρνησης.

Η υψηλή συμμετοχή και ο ρόλος των αραβικών κομμάτων

Η συμμετοχή του 77,7% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων αποτελεί ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της εκλογικής διαδικασίας. Το ποσοστό είναι αυξημένο κατά 7,1 ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με το 70,6% των εκλογών του 2022 και αποτελεί το υψηλότερο από το 1999.

Η αυξημένη προσέλευση αποτυπώνει την κινητοποίηση των ψηφοφόρων, δεν αρκεί όμως από μόνη της για να εξηγήσει την ενίσχυση ή την υποχώρηση συγκεκριμένων πολιτικών δυνάμεων. Για ασφαλέστερα συμπεράσματα απαιτείται η ολοκλήρωση της καταμέτρησης και η εξέταση των αποτελεσμάτων ανά περιοχή.

Παράλληλα, η κοινοβουλευτική παρουσία των αραβικών κομμάτων αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Ανάλογα με την τελική κατανομή των εδρών, θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης, είτε συμμετέχοντας σε μια ευρύτερη πολιτική συμφωνία είτε παρέχοντας εξωτερική στήριξη σε συγκεκριμένες κοινοβουλευτικές πρωτοβουλίες.

Η στάση τους θα μπορούσε να αποδειχθεί καθοριστική σε περίπτωση που κανένα από τα δύο μεγάλα στρατόπεδα δεν καταφέρει να συγκεντρώσει αυτοτελώς τις 61 έδρες.

Η εκλογική διαδικασία, επομένως, δεν εξαντλείται στην ανάδειξη του πρώτου κόμματος. Η τελική έκβαση θα εξαρτηθεί από την κατανομή των εδρών, τις συμφωνίες που θα επιτευχθούν και τη δυνατότητα συγκρότησης μιας κυβέρνησης με επαρκή κοινοβουλευτική υποστήριξη.

Με την καταμέτρηση να βρίσκεται σε εξέλιξη, ο Νετανιάχου επιδιώκει να διατηρήσει την εξουσία, ενώ ο Άιζενκοτ αναζητά τον τρόπο να σχηματίσει μια εναλλακτική κυβέρνηση. Το ποια πλευρά θα καταφέρει να συγκεντρώσει την απαραίτητη πλειοψηφία παραμένει ανοιχτό, με τις μικρότερες πολιτικές δυνάμεις να ενδέχεται να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στις τελικές αποφάσεις.

Πηγή: newmoney.gr