Γράφει η Ειρήνη Αντωνάκη

Το πολύνεκρο σιδηροδρομικό δυστύχημα στην Ισπανία επαναφέρει με δραματικό τρόπο στο προσκήνιο το ζήτημα της ασφάλειας των σιδηροδρομικών μεταφορών στην Ευρώπη. Για ακόμη μία φορά, μια τραγωδία με δεκάδες νεκρούς γεννά κρίσιμα ερωτήματα για τη λειτουργία των συστημάτων ασφαλείας, τις ανθρώπινες αποφάσεις και τις δικλείδες προστασίας που θα μπορούσαν να αποτρέψουν μια σύγκρουση.

Στα μέχρι στιγμής δεδομένα για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συγκρούστηκαν τα δύο τρένα στην Ισπανία, προκαλώντας τον θάνατο τουλάχιστον 74 ανθρώπων, αναφέρθηκε μιλώντας στο «Θέμα Κρήτης» ο πρόεδρος του Ινστιτούτου Ασφάλειας Μεταφορών και Ενέργειας, Μανούσος Τραχαλάκης, επισημαίνοντας ότι ο αριθμός των θυμάτων παραμένει προσωρινός. Όπως ανέφερε, τα δύο τρένα μετέφεραν συνολικά περίπου 544 επιβάτες, εκ των οποίων οι 44 βρίσκονταν στην αμαξοστοιχία που είχε ακινητοποιηθεί και οι υπόλοιποι σε εκείνη που προσέκρουσε πάνω της.

Οι αποφάσεις του κέντρου ελέγχου και η βλάβη στο σύστημα ασφαλείας

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στις αποφάσεις που ελήφθησαν από το κέντρο ελέγχου της σιδηροδρομικής κυκλοφορίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία που είχαν γίνει γνωστά κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, στις 08:36 δόθηκε εντολή να ξεκινήσει ξανά το τρένο που τελικά συγκρούστηκε με το άλλο, παρά το γεγονός ότι τα σήματα της γραμμής δεν επέτρεπαν την κίνησή του. Την απόφαση αυτή είχε χαρακτηρίσει ανεξήγητη ο Ισπανός υπουργός Μεταφορών, Όσκαρ Πουέντε, όπως σημείωσε ο κ. Τραχαλάκης.

Ο ίδιος εξήγησε ότι το αυτόματο σύστημα ασφαλείας της γραμμής φέρεται να είχε παρουσιάσει βλάβη, ενώ υπήρχαν ενδείξεις ότι τα προβλήματα είχαν ξεκινήσει αρκετές ημέρες νωρίτερα. Εξαιτίας της δυσλειτουργίας, η προπορευόμενη αμαξοστοιχία ακινητοποιήθηκε κοντά στον σταθμό της Ούρντα. Στη συνέχεια, το κέντρο ελέγχου επέτρεψε στο τρένο που ακολουθούσε να συνεχίσει την πορεία του, παρά τις ενδείξεις που απαγόρευαν τη διέλευση.

Όπως διευκρίνισε ο κ. Τραχαλάκης, όταν παρουσιάζεται βλάβη στο βασικό σύστημα ασφαλείας, η λειτουργία περνά σε ένα εναλλακτικό σύστημα, το οποίο χρησιμοποιείται ως εφεδρεία. Στην προκειμένη περίπτωση, ωστόσο, δόθηκε άδεια κίνησης χωρίς να διασφαλιστεί ότι η αμαξοστοιχία μπορούσε να συνεχίσει με ασφάλεια.

Για να εξηγήσει τη διαδικασία, χρησιμοποίησε ένα απλό παράδειγμα: ακόμη κι αν τα φανάρια δεν λειτουργούν, εκείνος που ρυθμίζει την κυκλοφορία οφείλει να δώσει τις σωστές οδηγίες. Αν το αυτοματοποιημένο σύστημα λειτουργούσε κανονικά, θα μπορούσε να σταματήσει το τρένο πριν από τη σύγκρουση.

Με βάση τα μέχρι στιγμής δεδομένα, ο ίδιος εκτίμησε ότι το δυστύχημα συνδέεται με ανθρώπινο λάθος κατά τη χειροκίνητη διαχείριση της κυκλοφορίας. Ξεκαθάρισε, ωστόσο, ότι τα οριστικά συμπεράσματα θα προκύψουν από την επίσημη διερεύνηση της υπόθεσης.

Η τραγωδία του 2013 και οι ομοιότητες με τα Τέμπη

Αναφερόμενος στο γεγονός ότι η Ισπανία βίωσε ακόμη ένα πολύνεκρο σιδηροδρομικό δυστύχημα μέσα στο 2026, ο κ. Τραχαλάκης διευκρίνισε ότι το προηγούμενο περιστατικό, τον Ιανουάριο, είχε διαφορετική αιτία, καθώς συνδεόταν με πρόβλημα στη σιδηροδρομική γραμμή που οδήγησε σε εκτροχιασμό.

Εκείνο που χαρακτήρισε ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι ότι παρόμοιο δυστύχημα είχε σημειωθεί στην Ισπανία και το 2013, με απολογισμό 80 νεκρούς. Σύμφωνα με τον ίδιο, και σε εκείνη την περίπτωση είχε παρουσιαστεί πρόβλημα στο σύστημα ασφαλείας, με αποτέλεσμα να εφαρμοστεί εναλλακτικός τρόπος λειτουργίας και να σημειωθεί ανθρώπινο λάθος από τον αρμόδιο χειριστή.

Το γεγονός ότι αντίστοιχα προβλήματα επανεμφανίζονται, παρά τα διδάγματα προηγούμενων τραγωδιών, γεννά σοβαρά ερωτήματα για το κατά πόσο αξιοποιούνται τα πορίσματα των ερευνών και λαμβάνονται αποτελεσματικά μέτρα πρόληψης.

Στη συνέχεια, ο κ. Τραχαλάκης αναφέρθηκε στις ομοιότητες που εντοπίζει ανάμεσα στο δυστύχημα της Ισπανίας και την τραγωδία των Τεμπών. Όπως σημείωσε, και στις δύο περιπτώσεις ανθρώπινη απόφαση οδήγησε δύο τρένα να βρεθούν στην ίδια γραμμή, ενώ απουσίαζε η αποτελεσματική αυτόματη προστασία που θα μπορούσε να αποτρέψει τη σύγκρουση.

Ειδικότερα, στην περίπτωση των Τεμπών, όπως εξήγησε, το σύστημα ETCS, ένας σύγχρονος μηχανισμός ελέγχου και προστασίας της σιδηροδρομικής κυκλοφορίας, δεν είχε τεθεί σε λειτουργία. Αντίθετα, στην Ισπανία το σύστημα που χρησιμοποιούνταν στη συγκεκριμένη γραμμή είχε εγκατασταθεί, αλλά φέρεται να παρουσίασε βλάβη. Και στις δύο περιπτώσεις, επομένως, δεν υπήρχε ένας αποτελεσματικός αυτόματος μηχανισμός ικανός να παρέμβει και να αποτρέψει τις συνέπειες ενός ανθρώπινου λάθους.

Μια ακόμη ομοιότητα αφορά τις καθυστερήσεις στον εκσυγχρονισμό των σιδηροδρομικών υποδομών και των συστημάτων σηματοδότησης. Ο κ. Τραχαλάκης επισήμανε ότι έργα αναβάθμισης βρίσκονταν σε εξέλιξη και στις δύο χώρες, χωρίς να έχουν ολοκληρωθεί εγκαίρως. Όπως ανέφερε, οι καθυστερήσεις στην Ελλάδα ήταν μεγαλύτερες, ενώ στην Ισπανία η τελική πιστοποίηση των σχετικών έργων αναμενόταν, σύμφωνα με τα δεδομένα που υπήρχαν κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, προς το τέλος του έτους.

Η «κανονικοποίηση της ανωμαλίας» και το κρίσιμο μάθημα για την ασφάλεια

Κλείνοντας, ο κ. Τραχαλάκης στάθηκε στην ανάγκη να εξαχθούν ουσιαστικά συμπεράσματα από το δυστύχημα, επισημαίνοντας τον κίνδυνο της «κανονικοποίησης της ανωμαλίας», όπως αποκαλείται στην επιστήμη της ασφάλειας.

Όπως εξήγησε, το γεγονός ότι ένα εφεδρικό σύστημα τίθεται σε λειτουργία και φαίνεται να ανταποκρίνεται στις ανάγκες δεν σημαίνει ότι μπορεί να χρησιμοποιείται επ’ αόριστον, χωρίς συγκεκριμένους περιορισμούς. Τα εναλλακτικά συστήματα έχουν συγκεκριμένο σκοπό και προορίζονται να χρησιμοποιούνται υπό ορισμένες προϋποθέσεις και για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.

Ο ίδιος ανέφερε ότι έχει συναντήσει αντίστοιχα ζητήματα σε έρευνες στις οποίες έχει συμμετάσχει, τόσο για σιδηροδρομικά δυστυχήματα όσο και για άλλα περιστατικά στον τομέα των μεταφορών.

Παράλληλα, υπογράμμισε ότι οι τελικές απαντήσεις για τα αίτια της τραγωδίας στην Ισπανία θα δοθούν μέσα από την επίσημη διερεύνηση. Κατέληξε, ωστόσο, σε ένα κρίσιμο συμπέρασμα για την ασφάλεια των μεταφορών: η τεχνολογία μπορεί να προστατεύσει ανθρώπινες ζωές όταν λειτουργεί σωστά, όμως η πραγματική δοκιμασία των συστημάτων ασφαλείας βρίσκεται στις στιγμές που η τεχνολογία παρουσιάζει βλάβη.