Γράφει η Μαρία Σπυριδάκη
Η «αξιοκρατία» υπήρξε ένα από τα πιο πολυφορεμένα συνθήματα της Νέας Δημοκρατίας. Μια λέξη που επαναλαμβάνεται σχεδόν τελετουργικά, ως υπόσχεση για ένα κράτος δίκαιο, σύγχρονο, απαλλαγμένο από τις παθογένειες του παρελθόντος. Μόνο που, όσο πιο πολύ προβάλλεται, τόσο πιο εκκωφαντική γίνεται η αντίθεση με την πραγματικότητα.
Η περίπτωση του Μακάριου Λαζαρίδη έρχεται να προσγειώσει απότομα αυτό το αφήγημα. Όχι μόνο για τον ίδιο τον διορισμό – που μπορεί να βαφτίζεται «νόμιμος» – αλλά κυρίως για τη νοοτροπία που αποκαλύπτεται πίσω από αυτόν. Γιατί εδώ δεν μιλάμε απλώς για μια τυπική διαδικασία. Μιλάμε για το πώς αντιλαμβάνεται η εξουσία το κράτος και τους πολίτες.
Και όταν ήρθε η ώρα των απαντήσεων, τι είδαμε; Σε συνέντευξη στο OPEN, αντί για ουσία, αντί για μια στοιχειώδη προσπάθεια να πειστεί η κοινωνία ότι όλα έγιναν με αξιοκρατικά κριτήρια, ακούσαμε το αυτονόητο να παρουσιάζεται ως επιχείρημα: «είναι νόμιμο». Σαν να αρκεί αυτό. Σαν να μην υπάρχει καμία διάκριση ανάμεσα στο νόμιμο και στο ηθικά αποδεκτό.
Και όταν η πίεση μεγάλωσε, η απάντηση που δόθηκε ήταν σχεδόν προσβλητική: «είμαι ωραίος». Μια φράση που δεν είναι απλώς ατυχής. Είναι αποκαλυπτική. Αποκαλυπτική μιας πολιτικής κουλτούρας που θεωρεί ότι δεν χρειάζεται να λογοδοτεί, που αντιμετωπίζει την κριτική με ειρωνεία και την κοινωνία με ελαφρότητα.
Εδώ, λοιπόν, πλήττεται αφήγημα της αξιοκρατίας. Όχι θεωρητικά, αλλά στην πράξη. Γιατί η αξιοκρατία δεν αποδεικνύεται με λέξεις, αλλά με στάσεις. Και όταν η στάση είναι αυτή, τότε το μήνυμα που περνάει προς τα έξω είναι παλιό, γνώριμο και βαθιά προβληματικό. Τελικά, θα σταματήσει ποτέ αυτό το μήνυμα για την Ελλάδα; Ότι προχωράει όποιος αξίζει ή ότι, στην πραγματικότητα, τα καταφέρνει όποιος έχει «μπάρμπα στην Κορώνη»;
Γιατί όσο τέτοιες εικόνες αναπαράγονται, η απάντηση μοιάζει δυσάρεστα προφανής.





