Ο Γιώργος Χαρίτος, πρόεδρος του Παραρτήματος Κρήτης του Συλλόγου Εκτάκτων Αρχαιολόγων (ΣΕΚΑ), ασκεί κριτική στη θεώρηση της κυβερνητικής πολιτικής για την ανάδειξη του πολιτισμού και την ανάπτυξη στην Κρήτη, αντιπαραβάλλοντας την επίσημη “πανηγυρική” αφήγηση με τα πραγματικά προβλήματα υποστελέχωσης, ιδιωτικοποίησης, ελλιπών υποδομών και του υπερτουρισμού.
Καλεσμένος στο Θέμα Κρήτης 103.1 και στην εκπομπή «Πίσω Σελίδες» με τον Μάριο Διονέλλη, σχολιάζει τις επισκέψεις της υπουργού και το συνέδριο του Economist με τίτλο «Μεταμόρφωση της Κρήτης», χαρακτηρίζοντας τον τίτλο του συνεδρίου «τρομακτικό» και τονίζοντας την απουσία αναφορών σε δημόσια έργα, κοινωνικές υποδομές, υγεία, παιδεία και πολιτισμό, ως ένδειξη εστίασης αποκλειστικά στο κέρδος.
Ο ίδιος καταδικάζει την «υπερ-τουριστικοποίηση» του νησιού, τονίζοντας την ανεπάρκεια υδάτινων αποθεμάτων για τους κατοίκους σε αντίθεση με τις πισίνες των ξενοδοχείων, και αναφέρει ως παράδειγμα την επένδυση 6.500 κλινών στην Τριόπετρα ενώ εκφράζει φόβους για την πώληση γης σε ξένους επενδυτές και την αγορά κατοικιών μέσω Golden Visa, καθώς και για σχέδια που υποβαθμίζουν σε αγροτεμάχια τις μη δομημένες εκτάσεις εντός χωριών.
Παράλληλα υπογραμμίζει ότι ο πολιτισμός δεν είναι ξεκομμένος από αυτά τα ζητήματα και επικρίνει τον μετασχηματισμό των μουσείων σε επιχειρήσεις, αναφέροντας ότι το Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου δεν έχει βελτιωθεί ως Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου.
Επιπλέον επισημαίνει την υποστελέχωση του Υπουργείου Πολιτισμού, τονίζοντας την ανεπάρκεια προσωπικού για την κάλυψη των αναγκών ανάδειξης των μνημείων ενώ σημείωσε πως οι αρχαιολόγοι προτιμούν να εργάζονται για το Υπουργείο, τον «φυσικό τους εργοδότη», παρά για ιδιώτες, καθώς η πολιτιστική κληρονομιά είναι συνταγματικά δημόσια περιουσία.
Τέλος, εκφράζει την αντίθεσή του στην εγκατάσταση ραντάρ στον αρχαιολογικό χώρο της Παπούρας, παρόλο που η αρχαιολογική νομοθεσία το απαγορεύει, υποδηλώνοντας ότι εξυπηρετούνται στρατιωτικά συμφέροντα έναντι πολιτιστικών, ενώ υποστηρίζει πως η πολιτική εστιάζει στο κέρδος και οδηγεί σε ιδιωτικοποιήσεις που κοστίζουν περισσότερο στο Δημόσιο, την ώρα που οι εργαζόμενοι ζουν σε επισφάλεια με χαμηλούς μισθούς.








