Στην πρώτη ζημιά μαθαίνεις συχνά τι δεν κάλυπτε το συμβόλαιο που πλήρωνες χρόνια
Ο Έλληνας αγαπά το σπίτι του όσο λίγα πράγματα. Δεν το βλέπει απλώς ως περιουσιακό στοιχείο. Το βλέπει ως τον κόπο μιας ζωής, ως στήριγμα της οικογένειας, ως κάτι που χτίστηκε με δάνεια, στερήσεις και χρόνια δουλειάς. Για πολλούς, δεν είναι επένδυση. Είναι ασφάλεια.
Πολλοί από εμάς ήμασταν και λίγο τυχεροί. Προλάβαμε εποχές με ιστορικά χαμηλά επιτόκια, όπου η απόκτηση κατοικίας, όσο δύσκολη κι αν ήταν, παρέμενε εφικτή για περισσότερους. Για τα παιδιά μας, δυστυχώς, το τοπίο δείχνει πολύ πιο σκληρό: ακριβότερα ακίνητα, ακριβότερο χρήμα και ολοένα δυσκολότερη πρόσβαση στην ιδιοκτησία.
Κι όμως, γύρω από αυτή την τόσο σημαντική περιουσία, συχνά επικρατεί μια επικίνδυνη ψευδαίσθηση:
“Το σπίτι μου είναι ασφαλισμένο, άρα είμαι καλυμμένος.”
Δεν είναι πάντα έτσι.
Ιδιαίτερα στις περιπτώσεις στεγαστικών δανείων, η ασφάλιση κατοικίας αντιμετωπίζεται πολλές φορές ως εμπόδιο που πρέπει να ξεπεραστεί για να εγκριθεί το δάνειο. Συχνά ως μια διαδικασία που πρέπει να κλείσει γρήγορα για να προχωρήσει η υπόθεση.
Η τράπεζα εύλογα θέλει να προστατεύσει το ακίνητο που αποτελεί εγγύηση για το δάνειο. Αυτό είναι θεμιτό. Όμως άλλο η προστασία της εγγύησης και άλλο η πραγματική προστασία του σπιτιού, του περιεχομένου του και της καθημερινότητας της οικογένειας που ζει μέσα σε αυτό.
Το πρώτο αφορά την αξία του ακινήτου.
Το δεύτερο αφορά τη ζωή μέσα σε αυτό.
Και εκεί ξεκινούν τα προβλήματα.
Σε πολλές κατοικίες που ασφαλίζονται λόγω δανείου, η έμφαση δίνεται στο κτίριο. Στους τοίχους, στα τετραγωνικά, στην κατασκευή. Όμως μια ζημιά δεν σταματά στους τοίχους.
Μια πλημμύρα αρκεί, ακόμη κι αν το σπίτι βρίσκεται στον δεύτερο όροφο. Ο αέρας φέρνει φύλλα, τα λούκια φράζουν, το νερό ξεχειλίζει και μπαίνει μέσα χωρίς να ζητήσει άδεια. Ξύλινα πατώματα φουσκώνουν, φάσες ντουλαπιών καταστρέφονται, πόρτες σαπίζουν στο κάτω μέρος τους.
Ένα τηγάνι αρκεί. Λίγα λεπτά παραπάνω πάνω στο μάτι της κουζίνας.
Η φωτιά μπορεί να σβήσει γρήγορα. Ο καπνός όμως απλώνεται παντού. Ρούχα στις ντουλάπες, στρώματα, κουρτίνες, ηλεκτρικές συσκευές, βαψίματα, καθαρισμοί. Ο λογαριασμός μπορεί εύκολα να ξεπεράσει τις 15.000 ευρώ.
Οι τοίχοι ίσως καλύπτονται. Η καθημερινότητα όμως όχι πάντα. Και τότε τη διαφορά την πληρώνει η οικογένεια.
Παρ’ όλα αυτά, αρκετοί μπερδεύουν την απαίτηση της τράπεζας με την πραγματική ασφάλιση του σπιτιού τους.
Στην πράξη, τα πράγματα είναι αλλιώς.
Τα τελευταία χρόνια, ειδικά μετά τη θεσμοθέτηση της έκπτωσης στον ΕΝΦΙΑ για κατοικίες ασφαλισμένες και για φυσικές καταστροφές, περισσότεροι πολίτες προχώρησαν σε ασφάλιση κατοικίας.
Και κάπου εκεί, ξαφνικά, πολλοί θυμήθηκαν τη σημασία αυτών των κινδύνων.
Για χρόνια, σε αρκετές περιπτώσεις στεγαστικών δανείων, το βασικό ενδιαφέρον περιοριζόταν κυρίως στην κάλυψη πυρός και σεισμού. Σήμερα οι απαιτήσεις διευρύνθηκαν.
Δεν ενοχλεί η κάλυψη. Ενοχλεί η ξαφνική μετάφρασή της σε υποχρέωση του πελάτη.
Όταν η αφύπνιση έρχεται καθυστερημένα και μεταφέρεται πρόχειρα στον πολίτη ως νέα απαίτηση, το πρόβλημα δεν είναι ασφαλιστικό αλλά θεσμικό.
Η αύξηση των συμβολαίων, πάντως, δεν σημαίνει αυτόματα και αύξηση της ασφαλιστικής συνείδησης.
Η σωστή ασφάλιση δεν είναι μια τυπική επιλογή σε μια αίτηση. Είναι αξιολόγηση κινδύνων.
Υπάρχει όμως κάτι που πολλοί αγνοούν:
Ο πολίτης έχει δικαίωμα να επιλέξει την ασφαλιστική λύση που επιθυμεί, αρκεί να καλύπτονται οι όροι του δανείου.
Και αυτό δεν είναι απλή άποψη. Σχετική εγκύκλιος της Τράπεζας της Ελλάδος υποχρεώνει τα πιστωτικά ιδρύματα να ενημερώνουν καθαρά τον πελάτη για το δικαίωμα αυτό από την πρώτη κιόλας επικοινωνία.
Η πίεση χρόνου ή η αίσθηση υποχρέωσης δεν σημαίνουν ότι ο πολίτης πρέπει να αποδεχθεί αδιαμαρτύρητα ό,τι του προτείνεται.
Ακόμη πιο προβληματικές είναι οι περιπτώσεις όπου, σε ανανεώσεις συμβολαίων, εμφανίζονται νέες απαιτήσεις ή πρόσθετες καλύψεις χωρίς επαρκή εξήγηση. Η ανανέωση δεν πρέπει να λειτουργεί ως μηχανισμός αιφνιδιασμού του δανειολήπτη.
Σε πρόσφατες περιπτώσεις ζητήθηκαν ακόμη και καλύψεις τρομοκρατικών ενεργειών για κατοικίες εκτός αστικών κέντρων. Λες και ο διεθνής κίνδυνος άφησε τους προφανείς στόχους και έβαλε στο μάτι το εξοχικό στο χωριό.
Το ερώτημα δεν είναι αν μια κάλυψη μπορεί θεωρητικά να υπάρχει.
Το ερώτημα είναι αν έχει ουσιαστική σχέση με τον πραγματικό κίνδυνο ή αν χρησιμοποιείται ως πρόσθετο εμπόδιο που κουράζει τον πελάτη, ώστε τελικά να επιλέξει την “εύκολη λύση” που του προτείνεται.
Γιατί όταν η διαδικασία γίνεται επίτηδες δύσκολη, η επιλογή παύει να είναι πραγματικά ελεύθερη.
Εδώ όμως χρειάζεται ακρίβεια.
Το θέμα δεν είναι προσωπικό απέναντι στον τραπεζικό υπάλληλο. Οι περισσότεροι εργάζονται υπό πίεση στόχων, χρόνου, ωραρίου και πολλαπλών αρμοδιοτήτων.
Το πρόβλημα είναι όταν μια σύνθετη ανάγκη, όπως η ασφάλιση κατοικίας, μετατρέπεται σε διαδικασία λίγων λεπτών.
Το σπίτι σου δεν είναι ένας αριθμός σε οθόνη.
Δεν είναι απλώς η εγγύηση ενός δανείου.
Δεν είναι μια διοικητική εκκρεμότητα προς διεκπεραίωση.
Είναι η περιουσία σου. Είναι ο κόπος σου. Είναι η καθημερινότητά σου.
Και σε μια χώρα όπου εκατοντάδες χιλιάδες κατοικίες παραμένουν κλειστές, παλιές ή μη αξιοποιήσιμες, ενώ οι νεότεροι δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να αποκτήσουν στέγη, η προστασία κάθε κατοικήσιμου σπιτιού αποκτά ακόμη μεγαλύτερη αξία.
Γι’ αυτό πριν υπογράψεις, κάνε μια απλή ερώτηση:
Ασφαλίζω πραγματικά το σπίτι μου ή απλώς ικανοποιώ μια τυπική απαίτηση;
Γιατί πολλές φορές το συμβόλαιο υπάρχει.
Η προστασία όμως υπάρχει μόνο στη φαντασία μας.
Ιωάννης Β. Νικηφόρος
Σύμβουλος Διαχείρισης Ασφαλίσιμων Κινδύνων
Ασφαλιστικός Πράκτορας / Συντονιστής Ασφαλιστικών Πρακτόρων






