Η πολιτική πρεμιέρα της Μαρίας Καρυστιανού στη Θεσσαλονίκη είχε απ’ όλα: Θεοδωράκη, Ξυλούρη, επαναστατική ατμόσφαιρα, συγκινησιακές μαρτυρίες, αντισυστημικά συνθήματα και έναν Παναγιώτη Ψωμιάδη να δίνει σχεδόν μόνος του το στοιχείο της αναγνωρίσιμης πολιτικής παρουσίας στο ακροατήριο.
Το νέο εγχείρημα προσπάθησε να ισορροπήσει ανάμεσα στο «κίνημα αγανάκτησης» και στη λογική ενός κανονικού κόμματος, χωρίς πάντως να ξεκαθαρίζει ακόμη τι ακριβώς θέλει να είναι πολιτικά. Η εκδήλωση άργησε χαρακτηριστικά να φτάσει στο βασικό μέρος, με βίντεο, αφηγήσεις και παρεμβάσεις πολιτών να κρατούν ζεστό το συναισθηματικό φορτίο της υπόθεσης των Τεμπών.
Όταν τελικά ανέβηκε στο βήμα η Καρυστιανού, παρουσίασε μια ομιλία γεμάτη από τις κλασικές λέξεις της ελληνικής πολιτικής σκηνής: «αλλαγή», «κάθαρση», «διαφθορά», «κράτος δικαίου», «δημόσια υγεία», «παιδεία». Το ενδιαφέρον δεν ήταν τόσο αυτά που είπε, όσο ο τρόπος που ειπώθηκαν, με ύφος σχεδόν ιστορικής αποκάλυψης, λες και η χώρα δεν ακούει τα ίδια συνθήματα εδώ και μισό αιώνα. Η ίδια εμφανίστηκε προσεγμένη, με καλή σκηνική παρουσία και σαφές επικοινωνιακό στήσιμο γύρω από το ισχυρό brand της «μητέρας των Τεμπών», που παραμένει το βασικό πολιτικό της κεφάλαιο.
Ωστόσο, το ακροατήριο της εκδήλωσης έμοιαζε με ένα ιδιότυπο πολιτικό mixed grill: από δεξιόστροφους αγανακτισμένους μέχρι απολιτίκ ψηφοφόρους και κοινό που παραδοσιακά κινείται εύκολα σε πιο «ψεκασμένες» αντισυστημικές θεωρίες και διαθέσεις. Και κάπου εκεί φάνηκε και το βασικό όριο του εγχειρήματος. Αν η Καρυστιανού περίμενε να δει εικόνες που να θυμίζουν τη μεγαλειώδη συγκέντρωση του Συντάγματος για τα Τέμπη πριν από περίπου 15 μήνες, όπου κατέβηκε σχεδόν όλη η κοινωνική οργή στον δρόμο, τότε μάλλον η χθεσινή εικόνα θα την προσγείωσε απότομα στην πραγματικότητα.
Γιατί άλλο η κοινωνική έκρηξη μιας τραγωδίας και άλλο η προσπάθεια μετατροπής της σε οργανωμένο πολιτικό προϊόν.







