Στις 19 Μαΐου του 1919, ένας νεαρός αξιωματικός του οθωμανικού στρατού, ο Μουσταφά Κεμάλ, αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα συνοδευόμενος από 21 έμπιστους συνεργάτες του. Ταυτόχρονα, ήρθε σε επαφή με τα κατάλοιπα των Νεότουρκων στην περιοχή. Η άφιξή του σηματοδοτεί την έναρξη της τελευταίας φάσης της Γενοκτονίας του Ποντιακού Ελληνισμού, που ολοκληρώθηκε το 1923 και άφησε πίσω της συνολικά 353.000 νεκρούς.
Το 1913, λίγο πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στον Πόντο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας υπολογίζεται ότι ζούσαν 600.000-700.000 Ελληνες. Το Κίνημα των Νεότουρκων (1909) και η έναρξη του πολέμου σηματοδοτούν μια γενικότερη στροφή της πολιτικής των Οθωμανών με σκοπό την εξόντωση ή την εκδίωξη των χριστιανικών πληθυσμών και την πληθυσμιακή ομογενοποίησή της, μια απόφαση που όπως εκτιμάται ελήφθη με γερμανική επιρροή, ιδιαίτερα από τον Λίμαν φον Σάντερς, ο οποίος είχε αναλάβει στρατιωτικός σύμβουλος και ανώτατος διοικητής του στρατού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Με δεδομένη αυτή την απόφαση, ξεκινά το 1914 η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, που εξελίσσεται σε δύο φάσεις, με κάποιους να χωρίζουν την πρώτη φάση σε δύο: από το 1914, με την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, μέχρι την κατάληψη της Τραπεζούντας από τους Ρώσους (5/18 Απριλίου 1916) και από το 1916 έως τη λήξη του Α’ Π.Π. το 1918. Τέλος, η δεύτερη (ή τρίτη) φάση ξεκινά ουσιαστικά από την άφιξη του Μουσταφά Κεμάλ στον Πόντο (Μάιος 1919) και ολοκληρώνεται το 1923.

Η πρώτη φάση
Σύμφωνα με τον δόκτορα Ιωάννη Σ. Παπαφλωράτο, κατά τη διάρκεια του Α’ Π.Π. (1914-1918) εξοντώθηκαν περίπου 250.000 Πόντιοι. Ο αρχηγός της αποστολής περιθάλψεως στον Πόντο, στον Καύκασο και τη νότια Ρωσία, Ιωάννης Ζερβός, έγραψε ότι πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο 600.000 Ελληνες ζούσαν στον Πόντο. Από αυτούς, οι 235.000 δολοφονήθηκαν από τους Τούρκους και 80.000 κατέφυγαν στον Καύκασο. Στη νότια Ρωσία ζούσαν 515.000 Πόντιοι. Στον δυτικό Πόντο, η Αργυρούπολη και η Τραπεζούντα υπέστησαν τις μεγαλύτερες καταστροφές, ενώ η οικονομική ζημιά ανερχόταν σε εκατομμύρια οθωμανικών λιρών. (Ιωάννης Ζερβός, «Ο Ελληνισμός του Πόντου», διάλεξις γενομένη εν τω Φιλολογικώ Συλλόγω Παρνασσώ τη 27η Σεπτεμβρίου 1919»).
Στα βρετανικά αρχεία αναφέρονται, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: «Η επίτευξη της ανακωχής με την Οθωμανική Αυτοκρατορία την 30ή Οκτωβρίου 1918 (σημ.: πρόκειται για την Ανακωχή του Μούδρου της Λήμνου, της 17/30 Οκτωβρίου 1918, με την οποία τερματίζονταν οι εχθροπραξίες μεταξύ των δυνάμεων της Αντάντ και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, κάτι που σηματοδότησε ουσιαστικά την κατάρρευσή της) φάνηκε να επέφερε μια προσωρινή παύση των διωγμών των (μελών των) μειονοτήτων εκ μέρους των Τούρκων, οι οποίοι διεπράχθησαν καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου.
Στην επιδίωξη αυτών των διωγμών είναι γενικώς αποδεκτό ότι περίπου 1.500.000 Αρμένιοι χάθηκαν υπό συνθήκες ακραίας βαρβαρότητας και ότι περισσότεροι από 500.000 Ελληνες εξορίστηκαν, εκ των οποίων συγκριτικώς ελάχιστοι επέζησαν». (Foreign Office, 371/7876, XC 145767).

Επιχείρηση «Εξόντωση»
Η τελευταία πράξη της Γενοκτονίας, όμως, ξεκινά στις 6/19 Μαΐου 1919, όταν ο Μουσταφά Κεμάλ, που είχε δραστηριοποιηθεί ενεργά στο πλευρό των Νεότουρκων και είχε πάρει μέρος στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, συμμετέχοντας στη μάχη της Καλλίπολης, στο ρωσικό μέτωπο και τη Συρία, αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα. Εως τότε ήταν επιθεωρητής των ανατολικών επαρχιών. Ο μέγας Βεζίρης Νταμάτ Φερίντ ειδοποίησε τη Βρετανική Αρμοστεία ότι ο σουλτάνος είχε πληροφορίες πως ο Μουσταφά Κεμάλ πήγαινε στα ανατολικά για να ξεσηκώσει τον πληθυσμό και ζητούσε την παρεμπόδιση της αναχώρησής του. Η διαταγή αυτή δεν εκτελέστηκε…
Ο Κεμάλ έφτασε στη Σαμψούντα συνοδευόμενος από 21 έμπιστους συνεργάτες του. Αμέσως ξεκίνησε να οργανώνει τις διάσπαρτες και ολιγάριθμες αντάρτικες ομάδες. Σε τηλεγράφημά του προς τον διοικητή του 15ου Σώματος του Ερζερούμ σημείωνε: «Η κατάσταση στη Σαμψούντα είναι τόσο ανησυχητική που μπορεί να έχει θλιβερές συνέπειες. Γι’ αυτό είμαι αναγκασμένος να παραμείνω εδώ». Ταυτόχρονα, ήρθε σε επαφή με τα κατάλοιπα των Νεότουρκων στην περιοχή. Στην πορεία του προς το εσωτερικό έγινε απόπειρα δολοφονίας του από έναν Πόντιο αντάρτη που λεγόταν Κοσμίδης. Σκότωσε τους προπορευόμενους Τούρκους και ο Κεμάλ γλίτωσε…
Ο σουλτάνος στο μεταξύ κατάλαβε ότι ήταν λάθος του να στείλει τον Κεμάλ στην Ανατολία, καθώς οι Δυνάμεις της Αντάντ θα δυσαρεστούνταν και θα επισπευδόταν η διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Γι’ αυτό τον ανακάλεσε τηλεγραφικά στην Κωνσταντινούπολη. Ο Κεμάλ πήγε στο τηλεγραφείο του Ερζερούμ και έστειλε ένα επείγον τηλεγράφημα στον σουλτάνο, με το οποίο ζητούσε να παραμείνει στην Ανατολία και να ηγηθεί της αντίστασης. Ολη τη νύχτα περίμενε την απάντηση. Αυτή ήρθε στις 6.00 π.μ. και ήταν λιτή αλλά σαφής: «Η Μεγαλειότης του σας διατάσσει να επιστρέψετε αμέσως εις την Κωνσταντινούπολιν».
Ο Κεμάλ δεν υπάκουσε και απάντησε ότι θα παρέμενε στην Ανατολία «έως ότου το έθνος αποκτήσει την πλήρη ανεξαρτησία του». Ο σουλτάνος αιφνιδιάστηκε, καθώς δεν είχε συνηθίσει σε τέτοιου είδους συμπεριφορές! Απομάκρυνε τον Κεμάλ, του αφαίρεσε τον βαθμό και έθεσε τον ίδιο και τους οπαδούς του εκτός νόμου. Καθώς λόγω της Ανακωχής του Μούδρου η σουλτανική κυβέρνηση δεν είχε το δικαίωμα να διατηρεί στρατεύματα, ο σουλτάνος διέταξε το μουσουλμανικό ιερατείο να προτρέψει τους πιστούς να πάρουν τα όπλα εναντίον του Κεμάλ.

Ο κουτσός σφαγέας
Στις 28 Μαΐου 1919, ο Κεμάλ συναντήθηκε με τους Οσμάν Φερούντουν Ζαντελέρ (ή Φεριτίνογλου), γνωστότερο ως Τοπάλ (χωλός) Οσμάν, Ισμαήλ Αγά, Νταρκάλογλου Μπιλάλ και Καρά Αχμέτ στη Χάβζα. Ο Τοπάλ Οσμάν, που είχε γεννηθεί στην Κερασούντα το 1883 ή το 1884, είχε ξεκινήσει τη δράση του εναντίον των Ελλήνων του Πόντου από το 1914 ως επικεφαλής σώματος ατάκτων από 250 άτομα: 150 φυλακισμένους που είχε απελευθερώσει το τουρκικό κράτος και 100 ανθρώπους του υποκόσμου.
Ο Κεμάλ στη συνάντηση αυτή τούς συνεχάρη για την έως τότε δράση τους. Τους υποσχέθηκε ότι θα τους πλαισιώσει με αξιωματικούς και τους ανέθεσε αρμοδιότητες για την εξόντωση των Ελλήνων του Πόντου και της υπόλοιπης Μικράς Ασίας. Ο Κεμάλ πήγε στο Ερζερούμ, όπου συγκάλεσε συνέδριο με τη συμμετοχή αντιπροσώπων από το Βαν, το Ερζερούμ, το Μπιτλίς, τη Σεβάστεια και την Κερασούντα. Εκεί, εκλέχθηκε επικεφαλής μιας επιτροπής εθνικής σωτηρίας και χρησιμοποίησε τη φράση «η Τουρκία στους Τούρκους». Από τις 4 έως τις 11 Σεπτεμβρίου 1919 οργάνωσε νέο συνέδριο στη Σεβάστεια.
Σε αυτό έλαβαν μέρος και εκπρόσωποι των μπολσεβίκων από τη Γεωργία και το Αζερμπαϊτζάν. Ο Κεμάλ είχε αρχίσει τις επαφές με τους μπολσεβίκους από τον Ιούνιο του 1919. Αυτοί τον εφοδίασαν με όπλα και πυρομαχικά, ενώ του υποσχέθηκαν βοήθεια για την αποτροπή δημιουργίας κρατών Αρμενίων, Ποντίων και Κούρδων. Παράλληλα, στάλθηκε στη Μόσχα ο δρ Φουάτ Σαμπίτ για επιτόπου επαφές με τους μπολσεβίκους.
Στη Σεβάστεια επικυρώθηκαν οι αποφάσεις του Ερζερούμ και το ποντιακό ζήτημα ήταν βασικό θέμα συζήτησης. Αποφασίστηκε, αρχικά, ο σχηματισμός μιας επιτροπής Τούρκων στην Τραπεζούντα για την αποτροπή ίδρυσης Ελληνικής Αυτοκρατορίας του Πόντου.
Σύμφωνα με τον Ούντο Στάινμπαχ, στο «Die Türkei im 20 Jahrhundert. Schwieriger Partner Europas» (1986), η απόβαση των ελληνικών στρατευμάτων στη Σμύρνη, τον Μάιο του 1919, ενθάρρυνε τους Ελληνες του Πόντου να προχωρήσουν στην ανακήρυξη της Δημοκρατίας του Πόντου, που θα την αποτελούσαν οι περιφέρειες της Τραπεζούντας, της Σαμψούντας, της Σινώπης και της Αμάσειας. Αυτό έγινε στις 20 Μαΐου 1919 στην Τραπεζούντα.
Ο Κεμάλ όμως άρχισε να συγκεντρώνει σημαντικό αριθμό στρατευμάτων. Σύντομα έφτασε τους 16.000-17.000 άνδρες και έως το τέλος του 1920 τους 30.000 άνδρες. Πρώτος στόχος του ήταν οι Ελληνες. Παράλληλα, ο Τοπάλ Οσμάν με τους κακοποιούς των οποίων ήταν επικεφαλής σκορπούσε φόβο και τρόμο στους Ελληνες του Πόντου.
Τον Ιούλιο του 1919 ο πρόεδρος του Διαρκούς Συνεδρίου στο Βατούμ, Βασίλης Ιωαννίδης, συνέταξε δύο επιστολές με τις οποίες ζητούσε από τον Βενιζέλο να παρέμβει προς τους συμμάχους ώστε να αναλάβουν αυτοί τον έλεγχο του Πόντου προκειμένου να αποφευχθεί η σφαγή των Ελλήνων εκεί. Δυστυχώς, ο Βενιζέλος δεν ανταποκρίθηκε θετικά σε αυτό το αίτημα, ούτε σε επόμενο που έστειλαν οι Πόντιοι αντάρτες τον Αύγουστο του 1919 ζητώντας όπλα, πυρομαχικά, κλινοσκεπάσματα, φάρμακα, επιδέσμους κ.ά. Σύμφωνα με τον Ιωάννη Παπαφλωράτο, αν η ελληνική κυβέρνηση έστελνε βοήθεια, θα άνοιγε ένα δεύτερο μέτωπο, στα νώτα των κεμαλικών. Από τον Αύγουστο του 1919 βρισκόταν στον Πειραιά ένα πλοίο με πολεμικό υλικό και προορισμό τη Σαμψούντα. Το πλοίο αυτό δεν αναχώρησε ποτέ. Πάντως, ο Βενιζέλος είχε στείλει στον Πόντο τον έμπιστό του συνταγματάρχη Δ. Καθενιώτη για τη στρατιωτική οργάνωση των ανταρτών και τη σύνταξη μιας εμπεριστατωμένης μελέτης για την κατάσταση στην περιοχή.
Φρικιαστικές λεπτομέρειες
Είναι αδύνατο να δημοσιεύσουμε όλα τα εγκλήματα των Τούρκων σε βάρος των Ελλήνων του Πόντου μεταξύ 1919-1923. Θα αρκεστούμε σε ορισμένα χαρακτηριστικά γεγονότα. Ο Τοπάλ Οσμάν έπαιρνε εντολές από το κομιτάτο «Ενωση και Πρόοδος» εκείνη την εποχή. Ο Ριζά Νουρ, υπουργός Υγείας τότε, τον συνάντησε και ακολούθησε ο εξής διάλογος:
«Ρ.Ν.: Αρχηγέ, καθάρισέ τον καλά τον Πόντο!
Τ.Ο.: Καλά τον καθαρίζω.
Ρ.Ν.: Στα ρωμαίικα χωριά πέτρα πάνω στην πέτρα μην αφήνεις.
Τ.Ο.: Ετσι κάνω, αλλά αφήνω μόνο μερικά καλά κτίρια και εκκλησίες μήπως και μας χρειαστούν.
Ρ.Ν.: Και εκείνα χάλασέ τα και τις πέτρες τους σκόρπισέ τες μακριά ώστε να μην μπορέσει κανείς να πει ότι εδώ υπήρξε εκκλησία.
Τ.Ο.: Καλά, αυτό δεν το σκέφτηκα, έτσι θα κάνω».
Στις 9/2/1920, ο Βρετανός υποπλοίαρχος Σ. Τζ. Πέρινγκ, το πλοίο του οποίου ναυλοχούσε στην Τραπεζούντα, έγραψε σε αναφορά του για σφαγές Ελλήνων αμάχων στην πόλη, αλλά και στην περιφέρεια, από τους άνδρες του Αλή Ριζά. Τον ίδιο μήνα, οι άνδρες του Τοπάλ Οσμάν έστειλαν σε πορείες θανάτου τους κατοίκους των Κοτυώρων και της Οινόης, ενώ στη Μερζιφούντα εξόντωσαν όλους τους κατοίκους. Στην Πάφρα, οι Τούρκοι έκλεισαν όλα τα γυναικόπαιδα (περίπου 6.000 άτομα) στις εκκλησίες. Πυρπόλησαν τους ναούς και τα περισσότερα από αυτά κάηκαν ζωντανά. Στην Πάφρα και το Ατσάμ εκτέλεσαν το 90% των Ελλήνων που ζούσαν εκεί και ανέρχονταν σε 25.000. Οι υπόλοιποι στάλθηκαν σε πορείες θανάτου. Τον Απρίλιο του 1920, Τσέτες με επικεφαλής τον διαβόητο εγκληματία Καραμιστίχ, ισοβίτη των φυλακών του Τοκάτ που αποφυλακίστηκε με εντολή του Κεμάλ, λεηλάτησαν το χωριό Κιόσελι του Τοκάτ και αφού βίασαν τις κόρες του ιερέα, απαίτησαν λύτρα από τους χωρικούς για να μην τους εκτελέσουν. Αν και οι χωρικοί τους έδωσαν όσα χρήματα είχαν, οι Τούρκοι έκλεισαν τους περισσότερους σε μια εκκλησία, έβαλαν φωτιά και τους έκαψαν (30/4/1920).
Στο λιμάνι της Κερασούντας
Οι υπόλοιποι σφαγιάστηκαν, ενώ επέζησαν μόνο 30 κοπέλες, οι οποίες πουλήθηκαν ως δούλες στους αγάδες της περιοχής. Τον Ιούνιο του 1920 το ελληνικό πλοίο «Φιλία» ελλιμενίστηκε λόγω τεχνικής βλάβης στο λιμάνι της Κερασούντας. Πλήθος ένοπλων Τούρκων επιβιβάστηκαν στο καράβι, συνέλαβαν τους 7 άοπλους Ελληνες ναυτικούς και τους φυλάκισαν. Αφού τους βασάνισαν, τους εκτέλεσαν. Στις 7 Οκτωβρίου 1920, ο διοικητής της Βρετανικής Ναυτικής Μοίρας στον Εύξεινο Πόντο έστειλε στην κυβέρνησή του μια αποκαλυπτική αναφορά. Αφού γράφει ότι όλοι οι Ελληνες της Νίκαιας σφαγιάστηκαν, συνεχίζει: «Προσωπικά, βρέθηκα ο ίδιος σε σημεία όπου υπήρχαν δεκάδες πτώματα. Τα χέρια και τα πόδια των θυμάτων ήταν κομμένα. Τους βασάνιζαν. Πρώτα τους έκοβαν τα άκρα και ύστερα το κεφάλι. Αναγνώρισα πολύ καλά ανάμεσα στα πτώματα γυναικόπαιδα».
Η Αμισός δέχθηκε επίθεση από τους Τούρκους στις 26/10/1920. Συνελήφθησαν συνολικά 1.140 άνδρες, μικροί και μεγάλοι, και άλλοι 180 από τα γειτονικά χωριά. Οργανώθηκαν 9 αποστολές προς τα ανατολικά. Από τους 1.320 άνδρες, 280, άνω των 18 ετών, επιλέχθηκαν ως στρατιώτες. Οι υπόλοιποι οδηγήθηκαν μετά από εξαντλητική πορεία 46 χιλιομέτρων στη θέση Καβάκ (Λεύκες). Εκεί, ενώ αναπαύονταν, τους αιφνιδίασαν σκοτώνοντας 701 από αυτούς. Στη Μερζιφούντα είχε ιδρυθεί το 1903 ο σύλλογος «Πόντος» από αποφοίτους του κολεγίου Ανατόλια της πόλης. Το 1913 αριθμούσε 180 μέλη. Τον Φεβρουάριο του 1921 συνελήφθησαν τα μέλη της ποδοσφαιρικής ομάδας του συλλόγου με την κατηγορία ότι οι φανέλες τους (με λευκές και γαλάζιες ρίγες) θύμιζαν την ελληνική σημαία! Εξι μήνες αργότερα εκτελέστηκαν όλοι στην Αμάσεια… Τσέτες επιτέθηκαν στα ελληνικά χωριά Κουντζιλάρ, Μαρτάρ, Εκίζ Τεπέ, Καρασέιν και Μουαμλί.
Οι ηγέτες των Τσετών Αρναούτ Χουσεΐν και Μεχμέτ Τιλίρογλου διέταξαν την πυρπόληση των χωριών και τη συγκέντρωση όσων δεν πρόλαβαν να διαφύγουν (τουλάχιστον 350 ατόμων) στο αρχοντικό του προεστού Σάββα Τσιγάλογλου, στον Μουαμλί. Εκεί, έβαλαν φωτιά στο σπίτι και τους έκαψαν ζωντανούς. Στις 5/6/1921, 600 Ελληνες από χωριά της περιοχής της Πάφρας οδηγήθηκαν σε ένα από αυτά. Κλείστηκαν στον ναό του Αγίου Χαράλαμπου και κάηκαν ζωντανοί… Στο χωριό Αλατσάμ της Πάφρας έγινε εκείνη τη μέρα ένα απίστευτο συμβάν. Τσέτες υπό τον Ντουρούν μπέη και τον αξιωματικό της Χωροφυλακής Ισάν μπέη εισέβαλαν στο χωριό και συγκέντρωσαν τους κατοίκους στην πλατεία του. Από εκεί, τους οδήγησαν στο δάσος του Τουρχάν. Λίγο πριν τους εκτελέσουν σημειώθηκε ένας ισχυρός σεισμός που συντάραξε συθέμελα τη γη. Οι Τούρκοι θεώρησαν τον σεισμό θεϊκό σημάδι και ματαίωσαν την εκτέλεση. Τα… παραλίγο θύματα οδηγήθηκαν στις φυλακές του Ελπιστάν (πρόκειται για το αρχαίο Ελπινίκιον).

Διεθνείς αντιδράσεις
Σταδιακά, οι βαρβαρότητες των Τούρκων άρχισαν να γίνονται γνωστές διεθνώς και προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις. Στις 20/11/1921 ογκώδες συλλαλητήριο οργανώθηκε από Αμερικανούς γερουσιαστές και ακαδημαϊκούς στη Νέα Υόρκη. Υπήρχαν πολλοί αυτόπτες μάρτυρες των σφαγών του Πόντου, όπως η γιατρός Νόστο, που περιέγραψαν όσα ανατριχιαστικά είδαν. Εκείνον τον μήνα, μόνο στην περιοχή της Σαμψούντας κάηκαν 58 χωριά. Οι συγκεντρωμένοι ενέκριναν ψήφισμα προς τον πρόεδρο των ΗΠΑ Γουόρεν Τζ. Χάρντινγκ. Λίγες μέρες νωρίτερα, ο Βρετανός βουλευτής T. O’Κόνορ έθεσε στον υφυπουργό Εξωτερικών Χάμσγουορθ το ερώτημα τι ενέργειες θα κάνει η χώρα για τους απαγχονισμούς Ελλήνων και Αρμενίων από τους Τούρκους και πώς θα κινηθεί αν φύγουν οι Γάλλοι από την Κιλικία. Ο Χάμσγουορθ απάντησε ότι ο τουρκικός Τύπος αποδέχτηκε τους απαγχονισμούς Ελλήνων και Αρμενίων στην Πάφρα και την Αμισό και ότι ο ίδιος γνώριζε για τη δολοφονία 950 Ελλήνων και Αρμενίων σε συνθήκες βαρβαρότητας!
Στις 22/11/1921, περίπου 40 Ελληνες συγγραφείς και καλλιτέχνες απηύθυναν διαμαρτυρία προς τους Ευρωπαίους διανοούμενους. Από αυτήν, μαθαίνουμε ότι πολλά βρέφη έχασαν τη ζωή τους καθώς εκσφενδονίζονταν στους τοίχους. Στις ΗΠΑ, έντονη δραστηριότητα υπέρ της Ελλάδας ανέπτυξε ο γερουσιαστής Κινγκ, ο οποίος αναφέρθηκε και στη βοήθεια που έδινε στον Κεμάλ η ΕΣΣΔ, που επιθυμούσε την ακύρωση της Συνθήκης των Σεβρών, ενώ ζητούσε από τον πρόεδρο των ΗΠΑ να αναλάβει, μαζί με τους Ευρωπαίους, πρωτοβουλία για παραπομπή του θέματος στην Κοινωνία των Εθνών. Ο Κλεμανσό ήταν από τους πρώτους που προέβλεψαν, από το 1919, τι θα γινόταν στον Πόντο, ενώ ο Λόιντ Τζορτζ αναφέρθηκε σε 500.000 θύματα. Δηλώσεις εναντίον των Τούρκων έκανε και ο Τσόρτσιλ. Υπήρξαν όμως και τρεις, τουλάχιστον, Τούρκοι βουλευτές που αποστασιοποιήθηκαν από τις θηριωδίες σε βάρος των Ελλήνων: «Αυτή η βίαιη μετεγκατάσταση πληθυσμών πρόκειται να αποτελέσει στο μέλλον μια ανεξίτηλη κηλίδα ντροπής στο μέτωπό μας» (Χακί Χαμί μπέη, βουλευτής Σινώπης).

Ο αριθμός των θυμάτων
Την 1/12/1922 εκκλησιαστικές πηγές έκαναν μνεία για 303.327 θύματα των Τούρκων στον Πόντο. Αποδεκτός αριθμός από όλους σήμερα είναι οι 353.000 νεκροί. Εκατοντάδες χιλιάδες Ελληνες του Πόντου εκτοπίστηκαν. 815 ακμάζουσες κοινότητες καταστράφηκαν ολοκληρωτικά. 1.174 εκκλησίες και 960 σχολεία λεηλατήθηκαν και κάηκαν. Ο δρ Ι. Σ. Παπαφλωράτος θεωρεί μικρό τον αριθμό των 353.000. Ο ίδιος ο Λόιντ Τζορτζ, στις 14/10/1922, τόνισε ότι από το 1914 έως τότε οι Τούρκοι σκότωσαν εν ψυχρώ τουλάχιστον 500.000 άνδρες, γυναίκες και παιδιά! «Ο τουρκικός στρατός έχει, εκτός από τον ενθουσιασμό της νίκης, αίμα στα χέρια του», κατέληξε.
Το 1994 η Ελληνική Βουλή, μετά από εισήγηση του τότε πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου, αναγνώρισε τη Γενοκτονία των Ποντίων και ψήφισε την ανακήρυξη της 19ης Μαΐου ως Ημέρας Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων στον Μικρασιατικό Πόντο.





