Η ελληνική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας έχει μετασχηματιστεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, με αποτέλεσμα τη συγκράτηση των τιμών για τα νοικοκυριά και την ενίσχυση της χώρας ως καθαρού εξαγωγέα ρεύματος. Κομβικό ρόλο σε αυτή την εξέλιξη έχουν παίξει η ταχεία ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και οι εκτεταμένες επενδύσεις στα δίκτυα μεταφοράς και διανομής.
Η Ελλάδα, που το 2019 βρισκόταν ανάμεσα στις ακριβότερες χώρες της Ευρώπης στη χονδρική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας, πλέον συγκαταλέγεται στις πιο ανταγωνιστικές αγορές, με τιμές κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αντίστοιχα, και στη λιανική αγορά οι χρεώσεις προς τα νοικοκυριά κινούνται κοντά στον μέσο όρο της ΕΕ, ακόμη και όταν λαμβάνεται υπόψη η αγοραστική δύναμη.
Σημαντικός παράγοντας αυτής της αλλαγής είναι η ραγδαία αύξηση της παραγωγής από φωτοβολταϊκά και αιολικά πάρκα. Η εγκατεστημένη ισχύς των φωτοβολταϊκών έχει πολλαπλασιαστεί από το 2020 και μετά, ενώ αντίστοιχη άνοδος καταγράφεται και στα αιολικά. Ως αποτέλεσμα, η Ελλάδα καλύπτει πλέον περίπου το ήμισυ της ηλεκτροπαραγωγής της από ανανεώσιμες πηγές και έχει εξελιχθεί σε σημαντικό εξαγωγέα ενέργειας στην ευρωπαϊκή αγορά.
Παράλληλα, έχουν ενισχυθεί σημαντικά οι επενδύσεις σε υποδομές, με δισεκατομμύρια ευρώ να κατευθύνονται σε εκσυγχρονισμό δικτύων, διασυνδέσεις νησιών, έξυπνους μετρητές και έργα ενεργειακής αναβάθμισης. Οι παρεμβάσεις αυτές έχουν βελτιώσει τη σταθερότητα του συστήματος και έχουν επιτρέψει την καλύτερη αξιοποίηση της πράσινης ενέργειας.
Την ίδια στιγμή, η χώρα εξετάζει και την πιθανότητα αξιοποίησης εγχώριων κοιτασμάτων φυσικού αερίου, με ερευνητικές γεωτρήσεις να προγραμματίζονται για τα επόμενα χρόνια. Εφόσον επιβεβαιωθούν σημαντικά ευρήματα, θα μπορούσαν να ενισχύσουν περαιτέρω τον ρόλο της Ελλάδας ως ενεργειακού κόμβου στην περιοχή, με παράλληλες οικονομικές και γεωπολιτικές προεκτάσεις.
Πηγή: capital.gr





