Η ολοένα και πιο έντονη ζέστη, που συνδέεται με την κλιματική αλλαγή, εντείνει το φαινόμενο της ξηρασίας στην Ευρώπη, μετατρέποντας τα καλοκαίρια της ηπείρου σε περιόδους αυξημένης υδατικής πίεσης. Νέα επιστημονική ανάλυση δείχνει ότι οι υψηλές θερμοκρασίες έχουν οδηγήσει σε μεγαλύτερη απώλεια υγρασίας από το έδαφος, τα ποτάμια, τις λίμνες και τη βλάστηση, επιδεινώνοντας σημαντικά τις συνθήκες ξηρασίας.
Σύμφωνα με την έρευνα της κοινοπραξίας World Weather Attribution (WWA), οι ακραίες συνθήκες εξάτμισης έγιναν έως και 80 φορές πιθανότερες στη Δυτική Ευρώπη και περίπου 40 φορές πιθανότερες στην Ανατολική Ευρώπη εξαιτίας της ανθρωπογενούς υπερθέρμανσης του πλανήτη. Παράλληλα, η ξηρασία που πλήττει τη Δυτική Ευρώπη εκτιμάται ότι έγινε πέντε φορές πιο πιθανή λόγω της χρήσης ορυκτών καυσίμων, ενώ στην Ανατολική Ευρώπη η πιθανότητα αυξήθηκε κατά περίπου 11 φορές.
Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι η εικόνα της ξηρασίας στην Ευρώπη αλλάζει. Μέχρι σήμερα το φαινόμενο συνδεόταν κυρίως με την έλλειψη βροχοπτώσεων, ωστόσο η φετινή κατάσταση δείχνει ότι οι υψηλές θερμοκρασίες αποτελούν πλέον καθοριστικό παράγοντα. Παρά το γεγονός ότι ο προηγούμενος χειμώνας στη Δυτική Ευρώπη ήταν ιδιαίτερα βροχερός, η αυξημένη ζέστη οδήγησε σε ταχεία απώλεια υγρασίας από το έδαφος.
Η ανάλυση, που αφορά την περίοδο έως τα τέλη Ιουνίου, καταγράφει ήδη σοβαρές επιπτώσεις. Αρκετές ευρωπαϊκές χώρες έχουν προχωρήσει σε περιορισμούς στη χρήση νερού, ενώ σε περιοχές της νότιας Αγγλίας έχει επιβληθεί απαγόρευση χρήσης λάστιχου για το πότισμα.
Πυρκαγιές, γεωργικές απώλειες και προβλήματα στην ενέργεια
Την ίδια ώρα, οι υψηλές θερμοκρασίες και η ξηρασία έχουν αυξήσει τον κίνδυνο μεγάλων πυρκαγιών, με την Ισπανία και τη Γαλλία να βρίσκονται αντιμέτωπες με καταστροφικές πυρκαγιές. Παράλληλα, οι αγρότες σε πολλές περιοχές της Ευρώπης αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα ξηρά εδάφη, με τις εκτιμήσεις να κάνουν λόγο για απώλειες περίπου 9 εκατομμυρίων τόνων σιτηρών.
Η Γαλλία αναμένει τη χειρότερη συγκομιδή καλαμποκιού των τελευταίων πέντε δεκαετιών, ενώ στη Ρουμανία έχουν καταγραφεί σημαντικές απώλειες καλλιεργήσιμων εκτάσεων.
Η ξηρασία επηρεάζει επίσης τους υδάτινους πόρους και την οικονομία. Η στάθμη πολλών ευρωπαϊκών ποταμών έχει μειωθεί αισθητά, περιορίζοντας την παραγωγή υδροηλεκτρικής ενέργειας και δυσκολεύοντας τις εμπορικές μεταφορές. Χαρακτηριστικό είναι ότι η στάθμη του Ρήνου στην Ολλανδία έχει υποχωρήσει κάτω από επίπεδα που είχαν καταγραφεί ακόμη και στο ιδιαίτερα θερμό καλοκαίρι του 1976.
Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι οι εξελίξεις αυτές μπορεί να οδηγήσουν σε αυξήσεις στις τιμές τροφίμων και ενέργειας, με μεγαλύτερες επιπτώσεις για τα οικονομικά ευάλωτα νοικοκυριά.
Ο Δρ. Ντόμινικ Σουμάχερ από το ETH της Ζυρίχης τόνισε ότι η ατμόσφαιρα, όσο θερμαίνεται, αποκτά μεγαλύτερη «δίψα» για νερό, απορροφώντας περισσότερη υγρασία από το έδαφος και τα υδάτινα συστήματα.
Όπως ανέφερε, η ξηρασία του 2026 εμφανίστηκε περίπου δύο μήνες νωρίτερα σε σχέση με εκείνη του 2022, δημιουργώντας ιδιαίτερα επικίνδυνες συνθήκες για την αντιπυρική περίοδο. Σύμφωνα με τους επιστήμονες, όταν μια σχετικά υγρή περίοδος ακολουθείται από έντονη ξηρασία, η ανάπτυξη περισσότερης βλάστησης μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερη συσσώρευση καύσιμης ύλης και αυξημένο κίνδυνο πυρκαγιών.
Η Δρ. Μαριάμ Ζακαρία από το Imperial College του Λονδίνου προειδοποίησε ότι οι σημερινές συνθήκες εμφανίζονται ήδη με αύξηση της παγκόσμιας θερμοκρασίας κατά περίπου 1,4 βαθμούς Κελσίου. Εάν η θερμοκρασία φτάσει τους 2,8 βαθμούς Κελσίου, οι ακραίες συνθήκες εξάτμισης θα μπορούσαν να γίνουν ακόμη συχνότερες.
Η επιστημονική κοινότητα υπογραμμίζει ότι η μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου αποτελεί κρίσιμο βήμα για τον περιορισμό των επιπτώσεων. Όπως δήλωσε ο επικεφαλής του ΟΗΕ για το κλίμα, Σάιμον Στιλ, η εντεινόμενη ξηρασία αποτελεί σαφές προειδοποιητικό μήνυμα για την υπερθέρμανση του πλανήτη και την ανάγκη ταχύτερης μετάβασης στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Η μελέτη της WWA εξέτασε την ξηρασία στη Δυτική Ευρώπη, μεταξύ Απριλίου και Ιουνίου, σε χώρες όπως η Αγγλία, η Γαλλία, η Ισπανία, η Πορτογαλία και η Ιταλία, ενώ για την Ανατολική Ευρώπη ανέλυσε δεδομένα ενός έτους σε 15 χώρες της περιοχής.
Πηγή: capital.gr








