Από την επιτήρηση στην ευθύνη

Μέσα σε λίγες ημέρες η Ελλάδα άφησε πίσω της την ευρωπαϊκή επιτήρηση, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αύξησε τα επιτόκια και οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή υπενθύμισαν ότι στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία ο λογαριασμός ενός πολέμου σπάνια πληρώνεται μόνο εκεί όπου διεξάγεται. Από τις τρεις εξελίξεις, η πρώτη είναι ασφαλώς η πιο ευχάριστη.

Η έξοδος από την ευρωπαϊκή επιτήρηση είναι μια σημαντική εθνική επιτυχία. Όχι επειδή ξαφνικά λύθηκαν όλα τα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας, ούτε επειδή μετατράπηκε μέσα σε μια νύχτα σε οικονομικό πρότυπο της Ευρώπης. Είναι σημαντική επειδή κλείνει έναν κύκλο που άνοιξε μέσα στην κρίση χρέους, πέρασε από μνημόνια, αξιολογήσεις, περιορισμούς και διαρκή έλεγχο από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Η έξοδος από την επιτήρηση έχει προφανώς και πολιτική διάσταση, καθώς προσφέρει στην κυβέρνηση ένα ισχυρό επιχείρημα για την πορεία της οικονομίας τα τελευταία χρόνια. Είναι βέβαιο ότι θα αξιοποιηθεί πολιτικά. Θα ήταν παράλογο να συμβεί διαφορετικά. Το θέμα όμως δεν είναι οι πανηγυρισμοί ούτε οι πολιτικές κορδέλες που θα κοπούν γύρω από την εξέλιξη αυτή. Το πραγματικό ερώτημα είναι τι ακολουθεί όταν τελειώσουν οι δηλώσεις, τα δελτία Τύπου και τα χαμόγελα των πρώτων ημερών. Διότι η έξοδος από την επιτήρηση δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα έγινε ξαφνικά πλούσια χώρα. Σημαίνει ότι οι ευρωπαϊκοί θεσμοί θεωρούν πως μπορεί να λειτουργήσει χωρίς τη συνεχή επιτήρηση των προηγούμενων ετών. Με απλά λόγια, η χώρα ενηλικιώθηκε δημοσιονομικά. Και όπως συμβαίνει με κάθε ενηλικίωση, μαζί με τα δικαιώματα έρχονται και οι ευθύνες. Και οι εξελίξεις των τελευταίων ημερών ήρθαν να το επιβεβαιώσουν.

Ενώ στην Ελλάδα συζητούσαμε για το τέλος της επιτήρησης, οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή υπενθύμιζαν ότι σε μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία καμία κρίση δεν μένει τοπική. Η συγκεκριμένη σύγκρουση αφορά και την ευρωπαϊκή οικονομία, καθώς επηρεάζει τις τιμές της ενέργειας, το κόστος των μεταφορών, τις αγορές και τελικά την καθημερινότητα εκατομμυρίων πολιτών. Αυτό δεν είναι παράδοξο. Είναι η φυσιολογική λειτουργία μιας παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Η ένταση στη Μέση Ανατολή δημιουργεί ανησυχία στις αγορές ενέργειας και τροφοδοτεί νέες πληθωριστικές πιέσεις. Όταν οι πληθωριστικές πιέσεις εντείνονται, οι κεντρικές τράπεζες αντιδρούν. Κάπως έτσι φτάσαμε στη νέα αύξηση επιτοκίων.
Η εξέλιξη ασφαλώς δεν είναι ευχάριστη. Ειδικά για όσους έχουμε δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο. Όμως εδώ χρειάζεται ψυχραιμία και όχι δραματοποίηση.

Ανήκω και εγώ σε αυτή την κατηγορία. Δεν γράφω λοιπόν ως παρατηρητής. Γράφω ως άνθρωπος που βλέπει και ο ίδιος τις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να μεταφράζονται σε ευρώ που βγαίνουν από την τσέπη μου κάθε μήνα. Παρά ταύτα, δυσκολεύομαι να συμμεριστώ τις καταστροφικές προβλέψεις που ακούγονται ήδη. Πολλοί δανειολήπτες έχουμε πληρώσει στο παρελθόν τα ίδια και υψηλότερα επιτόκια. Για άλλους, βέβαια, που δανείστηκαν σε μια περίοδο σχεδόν μηδενικού κόστους χρήματος, η σημερινή πραγματικότητα είναι διαφορετική. Το φθηνό χρήμα των τελευταίων ετών δεν είναι ο κανόνας. Ήταν μια ιδιαίτερα ευνοϊκή περίοδος, την οποία αρκετοί άρχισαν να θεωρούν δεδομένη.

Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι η αύξηση είναι αμελητέα. Σημαίνει όμως ότι χρειάζεται προσοχή. Όχι πανικός. Αρκετοί ανέμεναν ότι οι τράπεζες θα απορροφήσουν τουλάχιστον μέρος της αύξησης, όπως είχαν κάνει σε προηγούμενες περιπτώσεις. Μέχρι στιγμής όμως κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να συμβαίνει, παρά τις σχετικές πληροφορίες που είχαν κυκλοφορήσει.

Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι και μια δεύτερη συζήτηση που συνήθως χάνεται πίσω από τους οικονομικούς δείκτες. Τα τελευταία χρόνια ακούμε συνεχώς για ανάπτυξη, για αύξηση του ΑΕΠ και για βελτίωση των οικονομικών επιδόσεων της χώρας. Πράγματι, οι αριθμοί είναι καλύτεροι από ό,τι ήταν πριν από μία δεκαετία. Όμως το ΑΕΠ μετρά οικονομική δραστηριότητα. Δεν μετρά ευημερία. Μέσα σε αυτούς τους αριθμούς καταγράφονται δημόσια έργα, μεγάλες επενδύσεις, εξοπλιστικά προγράμματα και αμυντικές δαπάνες. Η αγορά των φρεγατών Belharra, για παράδειγμα, προσθέτει οικονομική δραστηριότητα και καταγράφεται στο ΑΕΠ.
Αυτό όμως δεν σημαίνει αυτομάτως ότι αυξάνονται με τον ίδιο ρυθμό και τα έσοδα των νοικοκυριών. Το ΑΕΠ μπορεί να ανεβαίνει, χωρίς όμως η βελτίωση αυτή να μεταφράζεται αντίστοιχα στο οικογενειακό εισόδημα. Και αυτή η διαφορά είναι πολύ πιο σημαντική για την καθημερινότητα του πολίτη από οποιονδήποτε οικονομικό δείκτη.

Οι δείκτες μπορεί να βελτιώνονται. Η οικονομία όμως δεν ζει μέσα σε πίνακες και διαγράμματα.
Ζει στην αγορά. Και κάπου εδώ η συζήτηση φτάνει αναπόφευκτα σε έναν από τους βασικούς πυλώνες της ελληνικής οικονομίας: τον τουρισμό. Αν το χρήμα γίνεται ακριβότερο σε ολόκληρη την Ευρώπη, θα επηρεαστεί ο τουρισμός; Θα ταξιδέψουν λιγότερο οι Ευρωπαίοι; Θα περιορίσουν τις δαπάνες τους; Θα δούμε μικρότερη ζήτηση για διακοπές;
Είναι εύλογα ερωτήματα. Προσωπικά όμως δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι μια αύξηση επιτοκίων κατά 0,25% θα είναι εκείνη που θα ανατρέψει τα δεδομένα.
Ο ελληνικός τουρισμός άντεξε την πανδημία. Άντεξε τον πόλεμο Ρωσίας – Ουκρανίας. Άντεξε τη μεγάλη αύξηση του κόστους ζωής σε ολόκληρη την Ευρώπη. Άντεξε διαδοχικές κρίσεις που έμοιαζαν πολύ πιο απειλητικές από τη σημερινή. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι μπορούμε να συνεχίσουμε να κάνουμε τα ίδια και να περιμένουμε διαφορετικά αποτελέσματα. Για χρόνια μετράμε αφίξεις.

Πανηγυρίζουμε για νέα ρεκόρ επισκεπτών και συζητάμε για περισσότερους επιβάτες και μεγαλύτερη επισκεψιμότητα. Το ερώτημα είναι αν όλα αυτά αρκούν.
Ήρθε η ώρα να κυνηγήσουμε ποιότητα. Να συζητήσουμε πόσα χρήματα αφήνει ο επισκέπτης στην τοπική οικονομία, πόσες ημέρες παραμένει στον προορισμό, πόσους μήνες διαρκεί η τουριστική σεζόν και, κυρίως, αν καταφέρνουμε να προσελκύουμε επισκέπτες εκτός υψηλής περιόδου. Εκεί βρίσκεται η πραγματική πρόκληση. Και εκεί βρίσκεται και το πραγματικό στοίχημα του νέου αεροδρομίου στο Καστέλι. Το ζητούμενο δεν είναι να φέρει περισσότερους τουρίστες τον Αύγουστο. Τον Αύγουστο η Κρήτη δεν χρειάζεται βοήθεια για να γεμίσει. Το ζητούμενο είναι να προσελκύει επισκέπτες και πέρα από τους μήνες αιχμής, συμβάλλοντας στην επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου και στη δημιουργία μιας οικονομίας που δεν θα εξαρτάται αποκλειστικά από λίγους μήνες έντονης δραστηριότητας. Διαφορετικά, κινδυνεύουμε να αποκτήσουμε ένα υπερσύγχρονο αεροδρόμιο που θα σφύζει από ζωή για επτά μήνες και θα φιλοξενεί… φαντάσματα για τους υπόλοιπους πέντε.

Η Ελλάδα αφήνει πίσω της την ευρωπαϊκή επιτήρηση την ίδια στιγμή που ο κόσμος γύρω της γίνεται πιο αβέβαιος. Και ίσως εκεί να βρίσκεται η μεγαλύτερη πρόκληση της επόμενης ημέρας. Γιατί από εδώ και πέρα η συζήτηση δεν αφορά το αν βγήκαμε από την επιτήρηση. Αφορά το ποιο αναπτυξιακό μοντέλο θέλουμε για την επόμενη δεκαετία. Και αυτό δεν θα κριθεί ούτε από τις ανακοινώσεις των Βρυξελλών ούτε από τους πανηγυρικούς τίτλους. Θα κριθεί από το αν η ανάπτυξη θα φτάσει τελικά και στην καθημερινότητα των πολιτών.

Ιωάννης Β. Νικηφόρος
Σύμβουλος Διαχείρισης Ασφαλίσιμων Κινδύνων
Ασφαλιστικός Πράκτορας / Συντονιστής Ασφαλιστικών Πρακτόρων

Ροή ειδήσεων

«Συναινέσαμε στην παράταση για τη χρήση του «Ψυγείου».

Η εκδίκαση των ασφαλιστικών μέτρων για την απομάκρυνση μεταναστών...

Το πιο ακριβό Μουντιάλ δεν θα πληρωθεί μόνο σε χρήμα

Το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2026 υπόσχεται μεγαλύτερο θέαμα από...

Έλεγχοι της Τροχαίας στον Άγιο Νικόλαο για παραβάσεις κομίστρων σε ταξί

Στο πλαίσιο ελέγχων της Τροχαίας, εντοπίστηκαν παραβάσεις από οδηγούς...

Ηράκλειο: Ελεύθερος με περιοριστικούς όρους ο 45χρονος παππούς βρέφους

Ελεύθερος, υπό αυστηρούς περιοριστικούς όρους, αφέθηκε ο 45χρονος παππούς...

Ακρίβεια, ανασφάλεια και δικαιώματα υπό πίεση

Η αύξηση του κόστους ζωής δεν επηρεάζει μόνο το...

Σχετικά άρθρα

Δημοφιλής κατηγορίες