Μετά τον αρχικό ενθουσιασμό από την υπογραφή της συμφωνίας μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν για τη λήξη του πολέμου, το οικονομικό επιτελείο επέστρεψε στον σχεδιασμό του για την ανάσχεση του πληθωρισμού, ο οποίος δηλώνει παρών στην Ελλάδα, με ή χωρίς κρίση.
Σε πρώτη φάση, μετά την ανακοίνωση της συμφωνίας στις αρχές της εβδομάδας, η διεθνής τιμή του πετρελαίου άρχισε να υποχωρεί από τα 96 δολάρια το βαρέλι, όπου βρισκόταν στις αρχές του μήνα, κοντά στα 78 δολάρια στο τέλος της εβδομάδας, όσο περίπου ήταν και πριν από την έναρξη της κρίσης. Αντίστοιχα, η τιμή στο φυσικό αέριο μειώθηκε κοντά στα 40 ευρώ η θερμική μεγαβατώρα, από τα 48-49 ευρώ εντός της κρίσης και 29-30 ευρώ που ήταν η τιμή προ της κρίσης.
Οι “όψιμες” ανατιμήσεις
Ωστόσο η ανησυχία του οικονομικού επιτελείου σε ό,τι αφορά τις τιμές των υγρών καυσίμων στην Ελλάδα συνεχίζουν να υφίστανται. Τούτο με δεδομένο ότι έχουμε εισέλθει για τα καλά στην τουριστική περίοδο και το κέντρο βάρους και για τα καύσιμα μεταφέρεται από τις πόλεις στις περιφέρειες, και ειδικότερα τις τουριστικές περιοχές, όπου οι τιμές είναι “παραδοσιακά” υψηλότερες.
Μεγάλη ανησυχία συνεχίζει να υπάρχει για τις λεγόμενες “όψιμες” ανατιμήσεις. Μετά το τέλος της κρίσης οι αλυσίδες σούπερ-μάρκετ θα ζητήσουν να αρθεί το καθεστώς του μέγιστου ποσοστού κέρδους που επιβλήθηκε 3,5 μήνες νωρίτερα, ακριβώς για να περιορίσει υπερβολικές ανατιμήσεις. Μόλις γίνει αυτό και τα σούπερ-μάρκετ ανανεώσουν τα αποθέματά τους, ο καταναλωτής αναμένεται να δει στα ράφια ανατιμήσεις των προϊόντων η παραγωγή των οποίων έγινε με τις υψηλές τιμές ενέργειας. Στα νωπά τρόφιμα (φρούτα, λαχανικά, κρέας, ψάρια) οι ανατιμήσεις, οι οποίες ήταν συνεχείς, και μάλιστα κάποιους μήνες με διψήφια ποσοστά, αναμένεται να συνεχιστούν, αφού στο αυξημένο ενεργειακό κόστος προστίθεται η περιορισμένη παραγωγή, οι επιδημίες (για τα αμνοερίφια) και οι υψηλές διεθνείς τιμές, ειδικά για το μοσχαρίσιο κρέας, οι ανάγκες για το οποίο καλύπτονται στην πλειονότητά τους από εισαγωγές.
Τις ανατιμήσεις των νωπών προϊόντων αναμένεται να ακολουθήσουν τα βιομηχανοποιημένα προϊόντα διατροφής, η παραγωγή των οποίων έγινε με υψηλές τιμές ενέργειας, γεγονός που αναμένεται να πιέσει ξανά κυρίως τα εισοδήματα των οικονομικά ευάλωτων νοικοκυριών, για τα οποία το κονδύλι των τροφίμων φτάνει το 35%.
Οι υπηρεσίες
Στις υπηρεσίες, οι ανατιμήσεις σε εστίαση, ξενοδοχεία και υπηρεσίες ψυχαγωγίας ξεκινούν από το 7% και φτάνουν το 9%. Στις υπόλοιπες υπηρεσίες οι αυξήσεις τιμών ήταν υψηλές πριν από την κρίση και τώρα πλέον σε αυτές προστίθενται και οι ανατιμήσεις της θερινής περιόδου, οι οποίες σε κάποιες περιπτώσεις αγγίζουν το 10%. Στα ενοίκια και στις εργασίες επισκευής και συντήρησης κατοικίας οι αυξήσεις βρίσκονται κοντά στο 8% και στις ασφάλειες ζωής οι αυξήσεις παραμένουν πάνω από το 7%.
Αντίπαλος και τα χρόνια προβλήματα
Εκτός από τις ανατιμήσεις που θα προκαλέσει η κρίση μετά το τέλος της, τα συναρμόδια υπουργεία Εθνικής Οικονομίας & Οικονομικών και Ανάπτυξης, τα οποία παρακολουθούν στενά τις τιμές, θα πρέπει να αναζητήσουν λύση και για τις πάγιες στρεβλώσεις της ελληνικής αγοράς. Δηλαδή τις αιτίες οι οποίες διατηρούν εδώ και έναν χρόνο τον ελληνικό πληθωρισμό περίπου 1% ψηλότερα από τον μέσο ευρωπαϊκό.
Ο κυριότερος λόγος είναι ότι οι ανατιμήσεις σε βασικά είδη διατροφής, που έγιναν από την κρίση του 2022, μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, δεν υποχώρησαν παρά ελάχιστα στα περίπου τέσσερα χρόνια που έχουν μεσολαβήσει. Η συνέπεια είναι οι καταναλωτές να βλέπουν τις τιμές των τροφίμων μόνο να αυξάνονται, αντιμετωπίζοντας πλέον σωρευτικές αυξήσεις έως και 30% σε συγκεκριμένα είδη.
Σε ό,τι αφορά τις αυξήσεις στα ενοίκια των κατοικιών, αυτές μέχρι και το τέλος του 2025 έφταναν το 11%, ρυθμός που επιβραδύνθηκε πλέον το 2026 κοντά στο 8%, συμπαρασύροντας τις εργασίες επισκευής και συντήρησης. Ωστόσο τα ενοίκια δεν αυξήθηκαν λόγω της κρίσης, αλλά λόγω της έλλειψης διαθέσιμων κατοικιών, άρα δεν αναμένεται να αποκλιμακωθούν άμεσα.
Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό που εντόπισε κατά την προηγούμενη κρίση το ΔΝΤ για την Ελλάδα και τις μικρές χώρες της Ε.Ε. ήταν ο αποκαλούμενος “πληθωρισμός της απληστίας”. Δηλαδή η συνήθεια των πολυεθνικών εταιρειών να συντηρούν το ποσοστό κέρδους τους, αρνούμενες να απορροφήσουν μέρος της αύξησης. Αυτό το κάνουν σε μικρές χώρες όπως η Ελλάδα, όπου δεν χωρούν πολλοί μεγάλοι παίκτες, συντηρώντας, έτσι, φαινόμενα καρτέλ. Ο πρωθυπουργός είχε απευθυνθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αναζητώντας κεντρική λύση για όλες τις μικρές χώρες, χωρίς όμως να έχει κάποιο ειδικό αποτέλεσμα.
Ακόμα ένα ειδικό χαρακτηριστικό είναι ο μεγάλος αριθμός μικρών παντοπωλείων, τα οποία δεν μπορούν να είναι ανταγωνιστικά στις τιμές τους, λόγω των μικρών ποσοτήτων αγαθών τα οποία εμπορεύονται.
Πηγή: capital.gr








