Δώδεκα χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από την ημέρα που ο Εμμανουήλ Κριαράς, μία από τις σημαντικότερες μορφές των ελληνικών γραμμάτων, έφυγε από τη ζωή. Στις 22 Αυγούστου 2014, σε ηλικία 107 ετών, ο σπουδαίος φιλόλογος άφησε πίσω του μια ζωή που έμοιαζε να χωρά μέσα της έναν ολόκληρο αιώνα ελληνικής ιστορίας.
Γεννημένος στον Πειραιά στις 28 Νοεμβρίου 1906, από οικογένεια με καταγωγή από τα Σφακιά, έζησε τα πρώτα παιδικά του χρόνια στη Μήλο και από το 1914 εγκαταστάθηκε στα Χανιά. Εκεί ολοκλήρωσε τα μαθητικά του χρόνια, πριν φύγει για την Αθήνα και τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Η Κρήτη, ωστόσο, παρέμεινε πάντοτε βαθιά χαραγμένη μέσα του.
Ο Κριαράς δεν υπήρξε απλώς ένας καθηγητής φιλολογίας. Υπήρξε ένας άνθρωπος που έκανε τη γλώσσα υπόθεση ζωής. Υπερασπίστηκε με συνέπεια τη δημοτική και αφιέρωσε δεκαετίες στην έρευνα της μεσαιωνικής και νεοελληνικής γραμματείας.
Κορυφαίο έργο της ζωής του υπήρξε το μνημειώδες «Λεξικό της μεσαιωνικής ελληνικής δημώδους γραμματείας (1100-1669)», ένα έργο που αριθμεί 14 τόμους και αποτέλεσε σημαντικό σταθμό στη μελέτη της ελληνικής γλώσσας.
Η πορεία του, όμως, δεν ήταν μόνο ακαδημαϊκή. Ο Κριαράς έζησε δύσκολες και ταραγμένες εποχές. Συμμετείχε στην Αντίσταση κατά τη διάρκεια της Κατοχής και φυλακίστηκε στο Χαϊδάρι. Αργότερα, το 1968, απολύθηκε από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης από τη δικτατορία των Συνταγματαρχών, λόγω των δημοκρατικών του φρονημάτων.
Η απόλυση αυτή δεν τον σταμάτησε. Αντίθετα, στράφηκε ακόμη περισσότερο στην έρευνα και στη συγγραφή.
Και ίσως αυτό να είναι ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της προσωπικότητάς του: ο Κριαράς δεν σταμάτησε ποτέ να εργάζεται. Ακόμη και σε ηλικία που για τους περισσότερους ανθρώπους σηματοδοτεί το τέλος κάθε επαγγελματικής δραστηριότητας, εκείνος συνέχιζε να μελετά, να γράφει και να παρεμβαίνει στον δημόσιο διάλογο.
«Δεν επεπόθησα τόσο μακρύ βίο…»
Στα 107 του χρόνια, ο Κριαράς μιλούσε για τη ζωή με μια αφοπλιστική ειλικρίνεια. «Δεν επεπόθησα ξέρετε τόσο μακρύ βίο… Έγινε. Δεν θέλω πια άλλο να ζήσω», είχε πει στην τελευταία του συνέντευξη, που παραχώρησε τον Νοέμβριο του 2013.
Λίγο αργότερα εξηγούσε πως η απαισιοδοξία του δεν αφορούσε μόνο την προσωπική του κατάσταση, αλλά και την κοινωνία γύρω του.«Δεν θέλω πλέον να ζω. Θέλω να διατηρήσω την αισιοδοξία μου αλλά δεν μου το επιτρέπουν τα “πράγματα”», είχε δηλώσει, αναφερόμενος στην οικονομική κρίση, την πολιτική και την παιδεία.
Ήταν ένας άνθρωπος που είχε ήδη ζήσει περισσότερο από έναν αιώνα και είχε δει την Ελλάδα να αλλάζει ξανά και ξανά. Και η ματιά του προς το τέλος της ζωής του ήταν συχνά αυστηρή, αλλά ποτέ αδιάφορη.
Για την ελληνική κοινωνία είχε ασκήσει σκληρή κριτική, μιλώντας για την ευνοιοκρατία, την έλλειψη αξιοκρατίας και τη νοοτροπία του «βολέματος». Με ιδιαίτερα αιχμηρό τρόπο είχε σχολιάσει και την τάση να θαυμάζουμε τους αρχαίους Έλληνες χωρίς πραγματικά να τους γνωρίζουμε ή να τους καταλαβαίνουμε. «Ο Έλληνας έχει τον… ηρωισμό να θαυμάζει τους αρχαίους – χωρίς, όμως, να τους γνωρίζει, ούτε να τους καταλαβαίνει.»
Αλλά ο Κριαράς δεν ήταν μόνο ένας άνθρωπος που επέκρινε. Ήταν πρωτίστως ένας άνθρωπος που πίστευε βαθιά στην παιδεία. «Σήμερα, μαθαίνουμε όλοι να χειριζόμαστε μηχανές και δεν μπορούμε να εξυψώσουμε την ψυχή μας. Αυτό είναι επίσης τραγικό.» Η φράση του αυτή μοιάζει ακόμη πιο επίκαιρη σήμερα, σε μια εποχή όπου η τεχνολογία έχει γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας, ενώ το ζήτημα της ουσιαστικής παιδείας παραμένει διαρκώς ανοιχτό.
«Στη ζωή μου έκαμα αυτό που θεωρούσα καθήκον μου»
Σε μία από τις χαρακτηριστικότερες αποτιμήσεις της ζωής του είχε πει:
«Στη ζωή μου δεν έπραξα τίποτε άλλο από εκείνο που μου υπαγόρευσαν η συνείδηση και η ιδιοσυγκρασία μου.»
Και συμπλήρωνε πως από τα μαθητικά του χρόνια αγάπησε την εργασία και τη γλώσσα του λαού του, την οποία αργότερα μελέτησε «κατά δύναμιν». Η προσήλωσή του στις αρχές του δεν ήταν περιστασιακή. Ο ίδιος είχε πει χαρακτηριστικά:
«Εγώ δεν ανήκω σε κείνους που σήμερα πιστεύουν κάτι και αύριο δεν το πιστεύουν.»
Αυτή ίσως είναι και η πιο καθαρή περιγραφή της ζωής του Κριαρά: καθήκον, εργασία, γλώσσα και παιδεία.
Για εκείνον η γλώσσα δεν ήταν ένα μουσειακό αντικείμενο. Ήταν ζωντανός οργανισμός και κομμάτι της κοινωνίας. Στην ιστορική του συνέντευξη στην ΕΡΤ το 1999 επέμενε στη σημασία της ομιλούμενης γλώσσας και υποστήριζε ότι το γλωσσικό ζήτημα ήταν πρωτίστως κοινωνικό και πολιτικό πρόβλημα.
Πίσω, όμως, από τον αυστηρό φιλόλογο και τον ακούραστο ερευνητή υπήρχε και ένας άνθρωπος που γνώριζε την απώλεια, τη μοναξιά και τη φθορά του χρόνου.
Μιλώντας για όσα είχαν απομείνει στη ζωή του, είχε πει:
«Το μόνο ιδανικό που απέμεινε είναι ίσως ο Έρωτας. Υπό την έννοια της αέναης επιδίωξης του ιδανικού.»
Μια φράση που αποκαλύπτει μια διαφορετική πλευρά του Κριαρά. Εκείνη του ανθρώπου που, παρά την απογοήτευση και τη βαθιά αίσθηση της φθοράς, εξακολουθούσε να αναζητά το ιδανικό.
Ένας άνθρωπος που έζησε… τα πάντα
Όταν στα 107 του χρόνια ρωτήθηκε για τη μακρά ζωή του, η απάντησή του ήταν σχεδόν κινηματογραφική: «Θυμάμαι, ξέρετε, τον κομήτη του Χάλεϋ, την εμφάνιση του Βενιζέλου, παρέστην – μικρό παιδί – σε ένοπλο συλλαλητήριο στην Κρήτη…» Μέσα σε λίγες λέξεις περιέγραφε την απόσταση μιας ολόκληρης εποχής.
Από τον κόσμο των αρχών του 20ού αιώνα μέχρι την Ελλάδα της οικονομικής κρίσης, ο Κριαράς υπήρξε ζωντανός μάρτυρας τεράστιων κοινωνικών, πολιτικών και τεχνολογικών αλλαγών.
Έζησε περισσότερο από έναν αιώνα, αλλά δεν έζησε απλώς μέσα σε αυτόν. Τον μελέτησε, τον κατέγραψε και προσπάθησε να τον κατανοήσει μέσα από τη γλώσσα.
Και ίσως τελικά αυτή να ήταν και η μεγαλύτερη παρακαταθήκη του: να μη σταματά ο άνθρωπος να αναζητά, να εργάζεται και να ονειρεύεται. «Να ονειρευόμαστε, αλλά ρεαλιστικά, έχοντας μια προοπτική, ένα σχέδιο.»
Η κληρονομιά του
Ο Εμμανουήλ Κριαράς έφυγε από τη ζωή στη Θεσσαλονίκη το βράδυ της 22ας Αυγούστου 2014. Η σορός του μεταφέρθηκε στην Κρήτη, όπου και τάφηκε σύμφωνα με την επιθυμία του.
Αυτό που έμεινε πίσω του δεν είναι μόνο οι τόμοι του περίφημου λεξικού του. Είναι μια ολόκληρη στάση ζωής.
Η πίστη στη γνώση.
Η προσήλωση στη γλώσσα.
Η υπεράσπιση της δημοτικής.
Η επιμονή στην εργασία.
Η δημοκρατική του στάση.
Και πάνω απ’ όλα, η πεποίθηση ότι ο άνθρωπος οφείλει να υπηρετεί αυτό που θεωρεί σωστό. Ίσως γι’ αυτό, δώδεκα χρόνια μετά τον θάνατό του, ο Εμμανουήλ Κριαράς δεν ανήκει πραγματικά στο παρελθόν.
Παραμένει μέσα στη γλώσσα που μελέτησε, στα βιβλία που άφησε, στους μαθητές που δίδαξε και στις λέξεις που εξακολουθούν να μας θυμίζουν ότι η παιδεία δεν είναι απλώς γνώση. Είναι στάση ζωής.








