Πώς μπορεί η επιθυμία για μητρότητα να γίνει πραγματικότητα ακόμη και μετά τα 50; Η Ελλάδα δίνει τη δυνατότητα σε γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας να αποκτήσουν παιδί μέσω της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, θέτοντας ως ανώτατο ηλικιακό όριο τα 54 έτη. Ωστόσο, παρά τις δυνατότητες που προσφέρει η ιατρική επιστήμη, υπάρχουν σημαντικές προκλήσεις, καθώς η γονιμότητα μειώνεται με την ηλικία και μια εγκυμοσύνη απαιτεί αυξημένη ιατρική παρακολούθηση και προσεκτική αξιολόγηση της υγείας της γυναίκας.

Για το ζήτημα αυτό μίλησε στο «Θέμα Κρήτης» ο χειρουργός γυναικολόγος Χαράλαμπος Ξημέρης, αναλύοντας το νομικό πλαίσιο, τις διαθέσιμες επιλογές υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, αλλά και τις προκλήσεις που συνοδεύουν μια εγκυμοσύνη μετά τα 50.

Το ηλικιακό όριο και οι προκλήσεις της εγκυμοσύνης

Όπως εξηγεί ο κ. Ξημέρης, η Ελλάδα διαθέτει ένα ολοκληρωμένο νομικό πλαίσιο στον τομέα της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, επιτρέποντας σε γυναίκες να επιδιώξουν την απόκτηση παιδιού ακόμη και μετά την ηλικία των 50 ετών. Το ανώτατο ηλικιακό όριο έχει αυξηθεί στα 54 έτη, από τα 50 και στη συνέχεια τα 52, ακολουθώντας τις εξελίξεις στον συγκεκριμένο τομέα.

Ωστόσο, μια εγκυμοσύνη σε μεγαλύτερη ηλικία απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή και ενδελεχή έλεγχο της υγείας της γυναίκας. Μεταξύ άλλων, είναι σημαντική η καρδιολογική αξιολόγηση, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν υπάρχουν προβλήματα που θα μπορούσαν να επιδεινωθούν κατά τη διάρκεια της κύησης.

Παράλληλα, οι δυσκολίες στη σύλληψη αυξάνονται σημαντικά με την ηλικία. Μετά τα 45 έτη, η διαθεσιμότητα και η ποιότητα των ωαρίων μειώνονται αισθητά, ενώ, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, περισσότερες από εννέα στις δέκα γυναίκες άνω των 48 ετών βρίσκονται στην εμμηνόπαυση.

Κατάψυξη και δωρεά ωαρίων: Οι διαθέσιμες επιλογές

Μία δυνατότητα για γυναίκες που επιθυμούν να αποκτήσουν παιδί σε μεγαλύτερη ηλικία είναι η χρήση δικών τους ωαρίων, τα οποία έχουν καταψυχθεί όταν βρίσκονταν σε νεότερη ηλικία.

Η επιλογή αυτή μπορεί να αφορά γυναίκες που ανέβαλαν τη μητρότητα για προσωπικούς ή επαγγελματικούς λόγους, αλλά και όσες χρειάστηκε να διατηρήσουν τη γονιμότητά τους πριν από μια θεραπεία για σοβαρή ασθένεια, όπως ο καρκίνος.

Όταν δεν υπάρχουν διαθέσιμα ωάρια της ίδιας της γυναίκας, μπορεί να εξεταστεί η λύση της δωρεάς ωαρίων, μέσω των προβλεπόμενων διαδικασιών και των κατάλληλα αδειοδοτημένων μονάδων υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.

Παρένθετη κυοφορία: Πότε μπορεί να εφαρμοστεί

Ο κ. Ξημέρης αναφέρεται και στην παρένθετη κυοφορία, η οποία μπορεί να αποτελέσει επιλογή όταν μια γυναίκα αδυνατεί να κυοφορήσει, για παράδειγμα εξαιτίας προβλημάτων στη μήτρα.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, μια άλλη γυναίκα αναλαμβάνει να κυοφορήσει το έμβρυο, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπει η νομοθεσία. Η διαδικασία υπόκειται σε συγκεκριμένους νομικούς περιορισμούς και απαιτεί προηγούμενη δικαστική άδεια.

Μεταξύ των προϋποθέσεων που αναφέρθηκαν για την παρένθετη μητέρα είναι η συμπλήρωση του 25ου έτους της ηλικίας της και η απόκτηση τουλάχιστον ενός δικού της παιδιού.

Η σημασία της έγκαιρης ενημέρωσης και της διατήρησης της γονιμότητας

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην πρόληψη και στην έγκαιρη ενημέρωση των γυναικών για τις δυνατότητες διατήρησης της γονιμότητάς τους. Σύμφωνα με τον κ. Ξημέρη, οι γυναίκες ηλικίας 30 έως 35 ετών μπορούν να ενημερώνονται για τις διαθέσιμες επιλογές, ανάλογα με τις προσωπικές τους ανάγκες και τον οικογενειακό τους προγραμματισμό.

Η κατάψυξη ωαρίων μπορεί να αποτελέσει μια επιλογή για όσες επιθυμούν να μεταθέσουν τη μητρότητα, είτε επειδή δεν έχουν ακόμη σύντροφο είτε επειδή βρίσκονται σε διαφορετική φάση της προσωπικής ή επαγγελματικής τους ζωής.

Παράλληλα, η εξέταση της αντιμυλλέριου ορμόνης (AMH) μπορεί να συμβάλει στην εκτίμηση της ωοθηκικής εφεδρείας και να βοηθήσει στον σχεδιασμό των επόμενων βημάτων. Ωστόσο, δεν μπορεί από μόνη της να προβλέψει με βεβαιότητα τον χρόνο της εμμηνόπαυσης ή τις πιθανότητες φυσικής σύλληψης.

Εξατομικευμένη παρακολούθηση για την ασφάλεια μητέρας και παιδιού

Κλείνοντας, ο κ. Ξημέρης υπογραμμίζει ότι κάθε εγκυμοσύνη σε μεγαλύτερη ηλικία απαιτεί εξατομικευμένη ιατρική παρακολούθηση και προσεκτικό σχεδιασμό.

Η επιλογή του τρόπου τοκετού, είτε πρόκειται για φυσιολογικό τοκετό είτε για καισαρική τομή, εξαρτάται από την πορεία της κύησης και τη συνολική κλινική εικόνα. Σημαντικό ρόλο παίζουν παράγοντες όπως η κατάσταση του πλακούντα, η ποσότητα του αμνιακού υγρού, η ανάπτυξη του εμβρύου και η υγεία της μητέρας.

Σε κάθε περίπτωση, βασική προτεραιότητα παραμένει η προστασία της υγείας τόσο της γυναίκας όσο και του παιδιού, με την κατάλληλη ιατρική καθοδήγηση σε όλα τα στάδια της εγκυμοσύνης.