Οι πρώτες δημοσκοπήσεις μετά την εμφάνιση των νέων πολιτικών σχηματισμών δείχνουν ότι το πολιτικό σκηνικό αλλάζει, χωρίς όμως να ανατρέπεται η βασική εικόνα της κυριαρχίας της Νέας Δημοκρατίας. Η μέτρηση της Opinion Poll καταγράφει σημαντικές ανακατατάξεις στην αντιπολίτευση, με την ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα να αναδεικνύεται δεύτερη δύναμη και την «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» της Μαρίας Καρυστιανού να εισέρχεται δυναμικά στο πολιτικό παιχνίδι, αφήνοντας πίσω το ΠΑΣΟΚ και οδηγώντας τον ΣΥΡΙΖΑ σε οριακά ποσοστά.
Στο Μέγαρο Μαξίμου, ωστόσο, αντιμετωπίζουν τις εξελίξεις με σχετική ψυχραιμία. Η εκτίμηση που κυριαρχεί είναι ότι οι μετακινήσεις ψηφοφόρων αφορούν κυρίως τον χώρο της αντιπολίτευσης και δεν συγκροτούν ακόμη έναν ενιαίο και αξιόπιστο εναλλακτικό πόλο διακυβέρνησης. Με άλλα λόγια, η αντιπολίτευση αναδιατάσσεται, αλλά δεν ενοποιείται.
Αυτός είναι και ο λόγος που η κυβέρνηση επιμένει στη στρατηγική της ανάδειξης του έργου της δεύτερης τετραετίας. Το σύνθημα «Το είπαμε, το κάναμε» παραμένει ο κεντρικός άξονας της πολιτικής επιχειρηματολογίας του Κυριάκου Μητσοτάκη, με έμφαση στις υποδομές, το Ταμείο Ανάκαμψης, το ψηφιακό κράτος, τις παρεμβάσεις στην υγεία, τις αυξήσεις εισοδημάτων και τις φορολογικές μειώσεις.
Το ενδιαφέρον πλέον στρέφεται στις επόμενες μετρήσεις. Αν επιβεβαιώσουν τη δυναμική των νέων κομμάτων, τότε θα μπορούμε να μιλάμε για μια βαθύτερη αναδιάταξη του πολιτικού χάρτη. Αν όχι, ίσως πρόκειται απλώς για το πρώτο κύμα ενθουσιασμού που συνοδεύει κάθε νέο εγχείρημα. Σε κάθε περίπτωση, το βασικό ερώτημα παραμένει ανοιχτό: μπορούν οι νέες πολιτικές δυνάμεις να μετατρέψουν τη δημοσκοπική τους απήχηση σε αξιόπιστη πρόταση εξουσίας ή θα περιοριστούν σε μια ανακατανομή δυνάμεων εντός της αντιπολίτευσης;
Μέχρι να δοθεί απάντηση, η κυβέρνηση δείχνει αποφασισμένη να συνεχίσει να επενδύει στο χαρτί της σταθερότητας και του κυβερνητικού έργου, θεωρώντας ότι εκεί θα κριθεί τελικά η μάχη του 2027








