Ένα διαχρονικό και βαθιά ριζωμένο πρόβλημα τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρωπαϊκή Ένωση φέρνει στο προσκήνιο νέα μελέτη πολιτικής, η οποία επισημαίνει ότι τα συνταξιοδοτικά συστήματα παραμένουν προσκολλημένα σε ένα μοντέλο που δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στις σύγχρονες δημογραφικές και οικονομικές προκλήσεις.
Στην περίπτωση της Ελλάδας, παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει επιτευχθεί μετά την οικονομική κρίση και τις αλλεπάλληλες μεταρρυθμίσεις, το σύστημα εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη φορολογία. Αν και η συμμετοχή των ασφαλιστικών εισφορών έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια, ένα σημαντικό ποσοστό των συντάξεων συνεχίζει να χρηματοδοτείται από τον κρατικό προϋπολογισμό. Αυτό δείχνει ότι, παρά τη βελτίωση των δεικτών, το βασικό διαρθρωτικό πρόβλημα παραμένει άλυτο.
Την ίδια στιγμή, η εικόνα σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης παρουσιάζει μια λιγότερο γνωστή αλλά εξίσου ανησυχητική διάσταση. Το συνταξιοδοτικό σύστημα των ευρωπαϊκών θεσμών λειτουργεί χωρίς αποθεματικά, βασιζόμενο αποκλειστικά στις τρέχουσες δημοσιονομικές ροές. Ως αποτέλεσμα, το κόστος των συντάξεων των πρώην υπαλλήλων έχει αυξηθεί εντυπωσιακά τις τελευταίες δεκαετίες, ασκώντας ολοένα και μεγαλύτερη πίεση στους ευρωπαϊκούς προϋπολογισμούς.
Η επιβάρυνση αυτή γίνεται ακόμη πιο εμφανής αν ληφθεί υπόψη ότι η πλειονότητα των συντάξεων των ευρωπαϊκών θεσμών καλύπτεται από τη γενική φορολογία, ενώ μόνο ένα μικρό μέρος προέρχεται από εισφορές. Παράλληλα, το μερίδιο των συντάξεων στις συνολικές δαπάνες της ευρωπαϊκής δημόσιας διοίκησης αυξάνεται σταθερά, γεγονός που εντείνει τις ανησυχίες για τη βιωσιμότητα του μοντέλου.
Σύμφωνα με τη μελέτη, η μετάβαση προς ένα πιο κεφαλαιοποιητικό σύστημα — όπου οι εισφορές αποταμιεύονται και επενδύονται — αποτελεί κρίσιμη επιλογή, όχι μόνο για τη σταθερότητα των ασφαλιστικών ταμείων αλλά και για την ευρύτερη οικονομική ανάπτυξη. Ένα τέτοιο μοντέλο θα μπορούσε να περιορίσει την πίεση στους δημόσιους προϋπολογισμούς, να ενισχύσει την αποταμίευση και να κατευθύνει κεφάλαια σε παραγωγικές επενδύσεις.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εκτιμήσεις για την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου θεωρείται ότι υπάρχει ακόμη δημοσιονομικός χώρος για μια σταδιακή μετάβαση. Ακόμη και μικρές παρεμβάσεις στη διάρθρωση των δαπανών θα μπορούσαν να δημιουργήσουν σημαντικά αποθεματικά, τα οποία, εφόσον επενδυθούν αποτελεσματικά, θα μπορούσαν να συμβάλουν στην αυτοχρηματοδότηση των συντάξεων στο μέλλον.
Ωστόσο, το βασικό μήνυμα της ανάλυσης είναι σαφές: όσο καθυστερεί η προσαρμογή, τόσο αυξάνεται το κόστος. Η αναβολή μεταρρυθμίσεων επιβαρύνει όχι μόνο τα δημόσια οικονομικά, αλλά και τις επόμενες γενιές, περιορίζοντας τις δυνατότητες ανάπτυξης και ενισχύοντας τις ανισορροπίες στο σύστημα.
Η πρόκληση, επομένως, δεν είναι απλώς τεχνική ή δημοσιονομική. Είναι βαθιά πολιτική και αφορά την επιλογή μεταξύ διατήρησης ενός πιεσμένου μοντέλου ή μετάβασης σε ένα πιο ανθεκτικό και βιώσιμο σύστημα για το μέλλον.
Πηγή: capital.gr





