Συνοδευόμενος από τον γιο του Έρικ και τη σύζυγο αυτού, Λάρα, όπως και από τους υπουργούς Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο και Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ, Λάρα, ο πρόεδρος των ΗΠΑ έφθασε στο Διεθνές Αεροδρόμιο του Πεκίνου όπου τον υποδέχτηκε ο αντιπρόεδρος Χαν Ζενγκ, ενώ παιάνιζε στρατιωτική μπάντα και νέοι ντυμένοι στα λευκά κυμάτιζαν κινεζικές και αμερικανικές σημαίες και φώναζαν «Καλώς ήρθατε, σας καλωσορίζουμε θερμά!», ανέφεραν δημοσιογράφοι του Γαλλικού Πρακτορείου.
Αυτή είναι η πρώτη επίσκεψη προέδρου των ΗΠΑ από τότε που ο ίδιος ο Τραμπ πραγματοποίησε το ταξίδι αυτό τον Νοέμβριο του 2017.
Ο Σι τον υποδέχθηκε με τιμές σήμερα στη Μεγάλη Αίθουσα του Λαού στην πλατεία Τιενανμέν, στην καρδιά της πρωτεύουσας, η οποία θα τελεί υπό αυστηρά μέτρα ασφαλείας.
Ο Τραμπ, ο οποίος κατά τα φαινόμενα επικεντρώνεται σε επιχειρηματικά θέματα, έχει φέρει μαζί του μια σειρά από επιχειρηματικούς ηγέτες. Στο ταξίδι αυτό ο Αμερικανός πρόεδρος θα συνοδεύεται από περισσότερους από 15 διευθύνοντες συμβούλους και προέδρους μεγάλων αμερικανικών εταιρειών. Μεταξύ άλλων, στην αποστολή μετέχουν ο Ίλον Μασκ των Tesla/SpaceX, ο Τιμ Κουκ της Apple, ο Λάρι Φινκ της Blackrock, η Τζέιν Φρέιζερ της Citi, ο Ντέιβιντ Σόλομον της Goldman Sacks, η Ντάινα Πάουελ Μακόρμικ της Meta, o Κριστιάνο Έιμον της Qualcomm και οι επικεφαλής εταιρειών όπως οι Blackstone, Boeing, Cargill, GE Aerospace, Mastercard και Visa.
Στην πτήση του προς την Κίνα, ο Τραμπ έγραψε στο δίκτυό του Truth Social ότι θα παρότρυνε τον Σι, έναν «εξαιρετικό ηγέτη, να ανοίξει την Κίνα, ώστε αυτοί οι λαμπροί άνθρωποι να μπορέσουν να κάνουν τα μαγικά τους».
Τα μεγάλα θέματα που θα απασχολήσουν τη συνάντηση των προέδρων
Στις 20 Φεβρουαρίου, αξιωματούχος του Λευκού Οίκου επιβεβαίωσε ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ θα ταξίδευε στο Πεκίνο τον επόμενο μήνα για να συναντηθεί με τον Κινέζο ηγέτη Σι Τζινπίνγκ. Στην κορυφή της ατζέντας ήταν ο εμπορικός πόλεμος ΗΠΑ-Κίνας.
Μία εβδομάδα αργότερα, ο Τραμπ ενέκρινε κοινά πλήγματα με το Ισραήλ εναντίον του Ιράν, ξεκινώντας έναν νέο πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Η συνάντηση κορυφής αναβλήθηκε.
Τώρα η ατζέντα της Κίνας έχει αλλάξει, σημειώνει ο Guardian.
Οι δασμοί
Το Πεκίνο επιθυμεί διακαώς να διασφαλίσει ότι οι υψηλοί δασμοί που ανακοίνωσε ο Τραμπ πέρυσι –που έφθασαν μέχρι το 145% προτού οι δύο πλευρές συμφωνήσουν σε ‘εκεχειρία’ τον Οκτώβριο– δεν θα επανέλθουν.
Τώρα, όμως, η πιο πιεστική ανησυχία είναι να βρεθεί ένας τρόπος να ανοίξουν και πάλι τα στενά του Ορμούζ, απ΄όπου διέρχεται η μισή ποσότητα αργού πετρελαίου της Κίνας.

Αν και η Κίνα είναι πιο προστατευμένη από το ενεργειακό σοκ σε σχέση με άλλες ασιατικές χώρες, λόγω του διαφοροποιημένου ενεργειακού μείγματος και των μεγάλων αποθεμάτων της, ο κίνδυνος μιας παγκόσμιας ύφεσης –που μπορεί να έρθει ως αποτέλεσμα του πολέμου στο Ιράν όπως προειδοποίησε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο– είναι μεγαλύτερη απειλή για την οικονομία της Κίνας. Περίπου το ένα πέμπτο του κινεζικού ΑΕΠ προέρχεται από τις εξαγωγές. Αν ο υπόλοιπος κόσμος δεν μπορεί πλέον να δαπανά χρήματα για την αγορά προϊόντων, η Κίνα θα υποφέρει.
Η κρίση στο Ιράν
Σύμφωνα με πληροφορίες που μεταδοθηκαν τον περασμένο μήνα, η Κίνα ώθησε το Ιράν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με τις ΗΠΑ σε έναν προηγούμενο γύρο συνομιλιών για κατάπαυση του πυρός. Την περασμένη εβδομάδα, ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί συναντήθηκε με τον Κινέζο ομόλογό του Ουάνγκ Γι στο Πεκίνο. Σύμφωνα με το Πεκίνο, ο Ουάνγκ κάλεσε για «συνολική παύση των εχθροπραξιών» στη Μέση Ανατολή και είπε πως η Κίνα «υποστηρίζει το Ιράν στη διασφάλιση της εθνικής κυριαρχίας και ασφάλειάς του».
Οι ΗΠΑ καθιστούν όλο και περισσότερο σαφές ότι θέλουν τη βοήθεια της Κίνας στην επίτευξη συμφωνίας με το Ιράν. Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ έχει πει πως η αμερικανική κυβέρνηση θέλει να δει το Πεκίνο να «αυξάνει» την πίεση στο Ιράν προκειμένου να ανοίξει και πάλι τον θαλάσσιο δίαυλο.
Αυτό από μόνο του μπορεί να επηρεάσει τη δυναμική της συνάντησης μεταξύ των δύο ηγετών.
Η επιρροή στο Ιράν μπορεί να είναι ένας χρήσιμος μοχλός πίεσης για το Πεκίνο στα άλλα δύο θέματα που βρίσκονται στην ατζέντα της συνάντησης: το εμπόριο και την Ταϊβάν.

Για το μεγαλύτερο μέρος του 2025, οι ΗΠΑ και η Κίνα έμοιαζαν να βρίσκονται στο χείλος ενός νέου εμπορικού πολέμου, που θα μπορούσε να κλονίσει τα θεμέλια της παγκόσμιας οικονομίας, σημειώνει σε ανάλυσή του το BBC.
Ο Τραμπ αύξησε και μείωσε κατ’ επανάληψη τους δασμούς στον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο της Αμερικής.
Η Κίνα απάντησε μειώνοντας τις εξαγωγές σπάνιων γαιών στις ΗΠΑ και τις αγορές αμερικανικών αγροτικών προϊόντων, πλήττοντας αγρότες σε κρίσιμες πολιτείες που ψήφισαν τον Τραμπ.
Η ένταση έπεσε σε σημαντικό βαθμό μετά τη συνάντηση που είχαν ο Τραμπ και ο Σι στη Νότια Κορέα τον Οκτώβριο. Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου τον Φεβρουάριο, που περιορίζει τη μονομερή εξουσία του προέδρου σχετικά με τους δασμούς, βοήθησε επίσης να κατευναστούν οι ευμετάβλητες εμπορικές διαθέσεις του Τραμπ, επισημαίνει το βρετανικό ραδιοτηλεοπτικό δίκτυο.
Ο Τραμπ και ο Σι θα έχουν ωστόσο ακόμη πολλά να πουν στη συνάντηση κορυφής του Πεκίνου. Ο Αμερικανός ηγέτης θα ωθήσει για αύξηση των κινεζικών αγορών αμερικανικών αγροτικών προϊόντων. Η Κίνα είναι βέβαιο ότι θα πιέσει τις ΗΠΑ να εγκαταλείψουν εμπορική έρευνα που ανακοίνωσαν πρόσφατα για αθέμιτες επιχειρηματικές πρακτικές που θα μπορούσαν να επιτρέψουν στον Τραμπ να επιβάλει και πάλι μεγαλύτερους δασμούς σε κινεζικά προϊόντα.
Η κυβέρνηση Τραμπ έχει προσκαλέσει επίσης τους διευθύνοντες συμβούλους των Nvidia, Apple, Exxon, Boeing και άλλων μεγάλων εταιριών να τον συνοδεύσουν σε αυτό το ταξίδι, σύμφωνα το Reuters.
Αν και η Κίνα δεν εξαρτάται πλέον τόσο πολύ από τις ΗΠΑ για το εμπόριο όπως κατά την πρώτη προεδρική θητεία του Τραμπ, ο Σι θα θέλει αυτή η συνάντηση να πάει καλά, καθώς η Κίνα χρειάζεται σταθερότητα στην παγκόσμια οικονομία.
Είναι τώρα ο κορυφαίος εμπορικός εταίρος περισσότερων από 120 χωρών, όμως ο Σι ξέρει ότι δεν μπορεί να εμφανιστεί με τόση αυτοπεποίθηση κατά τη συνάντηση με τον Τραμπ.
Όσον αφορά την Ταϊβάν, η κυβέρνηση Τραμπ στέλνει ανάμικτα μηνύματα.
Η Ταϊβάν
Τον περασμένο Δεκέμβριο, οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν εξοπλιστική συμφωνία ύψους 11 δισεκ. δολαρίων με την Ταϊβάν, εξοργίζοντας την κινεζική κυβέρνηση. Ο Τραμπ υποβάθμισε ωστόσο την προθυμία των ΗΠΑ να υπερασπιστούν την Ταϊβάν, την οποία η Κίνα διεκδικεί ως δικό της έδαφος.
«Θεωρεί ότι είναι μέρος της Κίνας», είπε ο Τραμπ για τον Σι, «και αυτό εξαρτάται από αυτόν, το τι θα κάνει».
Έχει πει επίσης πως η Ταϊβάν δεν έχει αποζημιώσει καταλλήλως τις ΗΠΑ για τις εγγυήσεις ασφαλείας τους, ισχυριζόμενος πως «δεν μας δίνει τίποτα». Πέρυσι, επέβαλε δασμούς 15% στην Ταϊβάν και την κατηγόρησε ότι έκλεψε την κατασκευή ημιαγωγών από τις ΗΠΑ.
Την περασμένη εβδομάδα, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο δήλωσε πως η Ταϊβάν θα είναι ένα θέμα συζήτησης κατά την επίσκεψη, αν και ο στόχος είναι να διασφαλιστεί ότι το θέμα δεν θα γίνει πηγή νέας έντασης μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων.

«Δεν χρειαζόμαστε αποσταθεροποιητικά γεγονότα σχετικά με την Ταϊβάν ή οπουδήποτε στην περιοχή Ινδικού-Ειρηνικού», είπε. «Και νομίζω πως αυτό είναι προς το συμφέρον τόσο των Ηνωμένων Πολιτειών όσο και των Κινέζων».
Από την πλευρά της, η Κίνα έχει διαμηνύσει πως η Ταϊβάν είναι προτεραιότητα σε αυτές τις συνομιλίες. Ο υπουργός Εξωτερικών Ουάνγκ Γι εξέφρασε την περασμένη εβδομάδα, σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον Ρούμπιο, την ελπίδα ότι οι ΗΠΑ θα κάνουν τις «σωστές επιλογές».
Το Πεκίνο ενισχύει την οικονομική πίεση στέλνοντας πολεμικά αεροσκάφη και πολεμικά πλοία γύρω από την Ταϊβάν σχεδόν καθημερινά.
Με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ, Reuters, Guardian, BBC, AFP, NBC News, CNN





