Σε φάση επεξεργασίας βρίσκεται ένα νέο πλαίσιο παρεμβάσεων στη φορολογία ακινήτων, με φόντο την επικείμενη αναπροσαρμογή των αντικειμενικών αξιών που προγραμματίζεται για το 2027. Η βασική επιδίωξη της κυβέρνησης είναι να περιορίσει τις επιπτώσεις που θα προκύψουν από την άνοδο των τιμών, διασφαλίζοντας ότι οι ιδιοκτήτες δεν θα δουν υπέρμετρες αυξήσεις στον ΕΝΦΙΑ.
Η σχεδιαζόμενη μεταρρύθμιση συνδέεται με την εισαγωγή ενός νέου, αυτοματοποιημένου μηχανισμού παρακολούθησης της αγοράς ακινήτων, ο οποίος θα καταγράφει σε πραγματικό χρόνο τις μεταβολές στις εμπορικές τιμές. Μέσω αυτού του συστήματος, οι αντικειμενικές αξίες θα προσαρμόζονται δυναμικά, ώστε να αντανακλούν πιο πιστά τις συνθήκες της αγοράς, μειώνοντας τις αποκλίσεις που παρατηρούνται σήμερα.
Ωστόσο, η σημαντική άνοδος των τιμών την τελευταία πενταετία –σε αρκετές περιπτώσεις άνω του 60%– δημιουργεί τον κίνδυνο εκτόξευσης της φορολογητέας αξίας των ακινήτων. Ειδικά σε μεγάλα αστικά κέντρα και περιοχές με έντονη τουριστική ανάπτυξη, μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να οδηγήσει σε αυξημένες επιβαρύνσεις για χιλιάδες ιδιοκτήτες, εάν δεν υπάρξει αντισταθμιστική παρέμβαση.
Για τον λόγο αυτό, στο επίκεντρο βρίσκεται η αναδιάρθρωση του τρόπου υπολογισμού του ΕΝΦΙΑ. Το βασικό σενάριο προβλέπει μείωση ή ανακατανομή των συντελεστών, ώστε η αύξηση των αντικειμενικών αξιών να μην μεταφραστεί αυτόματα σε υψηλότερο φόρο. Με απλά λόγια, ενώ η βάση υπολογισμού θα μεγαλώνει, τα ποσοστά επιβάρυνσης θα προσαρμόζονται προς τα κάτω.
Παράλληλα, εξετάζεται η αλλαγή των κλιμακίων στα οποία εντάσσονται τα ακίνητα. Σήμερα, η ένταξη σε υψηλότερη ζώνη τιμών συνεπάγεται και μεγαλύτερο φορολογικό συντελεστή. Με τις νέες τιμές, πολλά ακίνητα κινδυνεύουν να «ανέβουν κατηγορία». Για να αποφευχθεί αυτό, προτείνεται η αναθεώρηση των ορίων, ώστε η μετάβαση σε υψηλότερη φορολογική βαθμίδα να μην γίνεται αυτόματα με κάθε αύξηση αξίας.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στην προστασία των μικροϊδιοκτητών. Οι παρεμβάσεις αναμένεται να είναι πιο έντονες στα χαμηλά και μεσαία στρώματα αξιών, όπου συγκεντρώνεται η πλειονότητα των νοικοκυριών. Στόχος είναι να διασφαλιστεί ότι η κύρια κατοικία και οι μικρές περιουσίες δεν θα επιβαρυνθούν δυσανάλογα.
Στο τραπέζι βρίσκεται επίσης η επανεξέταση του συμπληρωματικού φόρου, ο οποίος αφορά μεγαλύτερες ακίνητες περιουσίες. Η αύξηση των αντικειμενικών αξιών ενδέχεται να φέρει περισσότερους ιδιοκτήτες σε αυτό το καθεστώς, γι’ αυτό εξετάζονται παρεμβάσεις όπως η αύξηση του αφορολόγητου ορίου ή η προσαρμογή των συντελεστών, ώστε να αποφευχθούν απότομες επιβαρύνσεις.
Οι αλλαγές δεν περιορίζονται μόνο στον ΕΝΦΙΑ, καθώς η αναπροσαρμογή των αξιών επηρεάζει ένα ευρύ φάσμα φόρων και τελών που συνδέονται με τα ακίνητα – από τις μεταβιβάσεις έως τις γονικές παροχές και τα τεκμήρια. Στο κυβερνητικό σχέδιο περιλαμβάνονται κινήσεις που αποσκοπούν στη συγκράτηση αυτών των επιβαρύνσεων, ώστε να μην προκύψει συνολική αύξηση της φορολογικής πίεσης.
Η στρατηγική που διαμορφώνεται βασίζεται σε μια διπλή ισορροπία: από τη μία πλευρά, την ανάγκη ευθυγράμμισης των αντικειμενικών αξιών με τις πραγματικές τιμές της αγοράς και, από την άλλη, την αποφυγή κοινωνικών και πολιτικών κραδασμών λόγω αυξημένων φόρων. Το τελικό αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί από το πόσο αποτελεσματικά θα συνδυαστούν αυτές οι δύο κατευθύνσεις.
Σε κάθε περίπτωση, το 2027 αναμένεται να αποτελέσει καθοριστικό σταθμό για τη φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας στην Ελλάδα, καθώς οι αποφάσεις που θα ληφθούν θα επηρεάσουν τόσο το ύψος του ΕΝΦΙΑ όσο και το συνολικό πλαίσιο επιβαρύνσεων για τα επόμενα χρόνια.
Πηγή: capital.gr





