Γράφει η Ειρήνη Αντωνάκη
Στο «Θέμα Κρήτης» 103.1 μίλησε ο Χρήστος Φλώρος, Καθηγητής Χρηματοοικονομικής στο Τμήμα Λογιστικής και Χρηματοοικονομικής του ΕΛΜΕΠΑ στο Ηράκλειο και Διευθυντής των Μεταπτυχιακών Προγραμμάτων του Τμήματος. Αφορμή της συζήτησης ήταν η περίπτωση μείωσης του ειδικού φόρου κατανάλωσης στα καύσιμα και το πώς αυτή η μείωση δεν θα γίνει αντιληπτή άμεσα στην τσέπη του καταναλωτή.
Όπως εξηγεί ο κ. Φλώρος, η Ευρωπαϊκή Ένωση ορίζει ελάχιστους συντελεστές για κάθε προϊόν που υπόκειται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης, ενώ κάθε κράτος μέλος μπορεί να θεσπίσει υψηλότερους συντελεστές ανάλογα με τις ανάγκες του. Στην περίπτωση της Ελλάδας, οι φόροι στα καύσιμα βρίσκονται σε υψηλά επίπεδα: για παράδειγμα, ο ειδικός φόρος κατανάλωσης στη βενζίνη ανέρχεται περίπου στα 0,70 ευρώ το λίτρο. Επιπλέον, στον υπολογισμό της τελικής τιμής περιλαμβάνεται και ο ΦΠΑ 24%.
Αυτό σημαίνει ότι από την τιμή λιανικής ενός λίτρου βενζίνης ύψους 1,85 ευρώ, περίπου 1,10 ευρώ αφορούν τον ειδικό φόρο κατανάλωσης και περίπου 0,40 ευρώ τον ΦΠΑ. Συνολικά, σχεδόν το 60% της τελικής τιμής αποτελεί φόρους.
Η μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης είναι επομένως σημαντικό μέτρο για την αντιμετώπιση της αύξησης των τιμών ενέργειας. Ωστόσο, δεν μπορεί να γίνει άμεσα, καθώς το κράτος αντλεί από αυτόν σημαντικά έσοδα, περίπου 2 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως. Γι’ αυτό, οποιαδήποτε μείωση πρέπει να είναι σταδιακή και να συνοδεύεται από άλλα μέτρα, όπως επιδοματικά πακέτα, πριν προχωρήσει η φορολογική αναπροσαρμογή.
Εν κατακλείδι, ο κ. Φλώρος αναφέρει ότι μέτρα όπως το «fuel pass» για βενζίνη και diesel αποτελούν εργαλεία στήριξης, διασφαλίζοντας ότι η μείωση των φόρων δεν θα προκαλέσει σημαντικό πρόβλημα στα κρατικά έσοδα ή στην οικονομία γενικότερα. Συνολικά, η σταδιακή μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης θα συμβάλει στη συγκράτηση και, ενδεχομένως, στη μείωση της τιμής των καυσίμων για τους πολίτες.








