Η πασχαλινή αγορά του 2026 στην Ελλάδα εξελίχθηκε μέσα σε ένα περιβάλλον οικονομικών πιέσεων, με τους καταναλωτές να προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους στα νέα δεδομένα. Παρά τις δυσκολίες, ο συνολικός τζίρος της σύντομης αλλά έντονης εμπορικής περιόδου των 7–10 ημερών διατηρήθηκε περίπου στα 1,5 δισ. ευρώ, ενισχυμένος σε σημαντικό βαθμό από το Δώρο Πάσχα.
Ωστόσο, η εικόνα πίσω από τους αριθμούς δείχνει μια διαφορετική πραγματικότητα: η σταθερότητα του τζίρου δεν οφείλεται σε αύξηση της κατανάλωσης, αλλά κυρίως στις υψηλότερες τιμές. Σε όρους όγκου, οι αγορές φαίνεται να μειώθηκαν κατά 2% έως 5%, γεγονός που αποτυπώνει τη μείωση της αγοραστικής δύναμης. Παράλληλα, η παραδοσιακή έξοδος των εκδρομέων προς την περιφέρεια για το «Πάσχα στο χωριό» παρέμεινε έντονη.
Οι καταναλωτές φέτος εμφανίστηκαν πιο προσεκτικοί και ενημερωμένοι, συγκρίνοντας τιμές και αναζητώντας προσφορές. Πολλοί στράφηκαν σε οικονομικότερες επιλογές, όπως προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας ή διαφορετικά σημεία αγοράς, ενισχύοντας τη θέση των μεγάλων αλυσίδων και των εκπτωτικών καταστημάτων που προσφέρουν πιο ανταγωνιστικές τιμές.
Αυξημένη ήταν και η τάση για πρόωρες αγορές, καθώς αρκετοί επιδίωξαν να αποφύγουν ενδεχόμενες ανατιμήσεις. Από την άλλη πλευρά, όσοι περίμεναν μέχρι την τελευταία στιγμή, επωφελήθηκαν από μειώσεις τιμών, ιδιαίτερα σε ευπαθή προϊόντα και βασικά είδη του πασχαλινού τραπεζιού. Σε κατηγορίες όπως ένδυση, υπόδηση και δώρα, οι αγορές παρέμειναν πιο περιορισμένες και στοχευμένες.
Η αγορά λειτούργησε με δύο διαφορετικές ταχύτητες: οι μεγάλες επιχειρήσεις λιανικής προσέλκυσαν το ευρύ κοινό με χαμηλότερες τιμές, ενώ τα μικρότερα παραδοσιακά καταστήματα διατήρησαν υψηλότερα επίπεδα κόστους, απευθυνόμενα κυρίως σε καταναλωτές που δίνουν προτεραιότητα στην ποιότητα και την ελληνική προέλευση.
Σε επίπεδο κατηγοριών, τα τρόφιμα κυριάρχησαν, καλύπτοντας περίπου το 50% του συνολικού τζίρου (750 εκατ. ευρώ), ενώ ακολούθησαν τα πασχαλινά δώρα (20%) και η ένδυση-υπόδηση (15%). Ο εσωτερικός τουρισμός διατήρησε σταθερή παρουσία, ενώ οι υπόλοιποι κλάδοι είχαν μικρότερη συμβολή.
Ο πληθωρισμός συνέχισε να επηρεάζει την αγορά, με αυξήσεις στο κόστος ενέργειας και μεταφορών να μετακυλίονται στις τιμές. Ενδεικτικά, το αρνί καταγράφηκε ακριβότερο κατά περίπου 12%, τα οπωροκηπευτικά κατά 10% και τα υπόλοιπα είδη του πασχαλινού τραπεζιού κατά 5% έως 8%.
Σύμφωνα με τον πρόεδρο του Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιώς, Βασίλης Κορκίδης, η πασχαλινή περίοδος διατήρησε τη δυναμική της, αλλά με σαφώς πιο συγκρατημένο χαρακτήρα. Όπως σημείωσε, η κατανάλωση αλλάζει μορφή, χωρίς όμως να αλλοιώνεται η σημασία των εθίμων, καθώς το πασχαλινό τραπέζι και τα δώρα προς τα παιδιά και τα βαφτιστήρια παρέμειναν βασική προτεραιότητα για τους Έλληνες.
Πηγή: newMoneY





