Οι ελληνικές εξαγωγές κινούνται σε ένα περιβάλλον έντονων διεθνών αναταράξεων, όπου οι γεωπολιτικές εντάσεις και οι πιέσεις στην ενέργεια επανακαθορίζουν τις ισορροπίες στο παγκόσμιο εμπόριο. Σύμφωνα με ανάλυση της Alpha Bank στο Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων, η σημαντική πρόοδος της τελευταίας δεκαετίας, που βασίστηκε κυρίως στη μεταποιητική δραστηριότητα και στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, πλέον συνυπάρχει με αυξημένη αβεβαιότητα.
Κατά την τελευταία δεκαετία, οι εξαγωγές αγαθών σημείωσαν αξιοσημείωτη άνοδο, με τη βιομηχανία να αποτελεί τον βασικό μοχλό ανάπτυξης. Η συμμετοχή των αγαθών στο σύνολο των εξαγωγών αυξήθηκε από 39% το 2009 σε 48% το 2025, αντανακλώντας τη μετατόπιση προς πιο παραγωγικούς κλάδους. Παρά τις διεθνείς εμπορικές εντάσεις και τη δασμολογική αστάθεια του 2025, οι εμπορικές σχέσεις με τις ΗΠΑ παρέμειναν σταθερές, χωρίς σημαντικές απώλειες.
Ωστόσο, το 2026 διαμορφώνεται ως έτος αυξημένων προκλήσεων, καθώς η γεωπολιτική αστάθεια και οι διαταραχές στην παγκόσμια αγορά ενέργειας επηρεάζουν άμεσα το διεθνές εμπόριο. Οι εξελίξεις στη ναυσιπλοΐα κρίσιμων θαλάσσιων οδών, όπως τα Στενά του Ορμούζ, σε συνδυασμό με την αβεβαιότητα για την ομαλοποίηση των ροών, δημιουργούν ανησυχίες για πιθανή επιβράδυνση της εμπορικής δραστηριότητας.
Οι επιπτώσεις για τις ελληνικές εξαγωγές εντοπίζονται κυρίως σε τρεις άξονες: αυξημένο κόστος παραγωγής, δυσλειτουργίες στην εφοδιαστική αλυσίδα και πιθανή μείωση της ζήτησης από βασικούς εμπορικούς εταίρους. Το 2025, οι εξαγωγές προς χώρες της Μέσης Ανατολής αντιστοιχούσαν στο 6,4% του συνόλου, ενώ η ευρωπαϊκή αγορά παρέμενε ο κυριότερος αποδέκτης με μερίδιο άνω του 57%, δεχόμενη παράλληλα ενεργειακές πιέσεις.
Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί να ενισχύσει τη διεθνή της παρουσία μέσω νέων εμπορικών συμφωνιών με χώρες όπως η Ινδία, η Αυστραλία και οι χώρες του Mercosur. Οι προβλέψεις κάνουν λόγο για σημαντική αύξηση του εμπορίου, με τις εξαγωγές προς την Ινδία να έχουν προοπτική διπλασιασμού έως το 2032 και εκείνες προς την Αυστραλία να καταγράφουν ισχυρή άνοδο την επόμενη δεκαετία. Για την Ελλάδα, οι εξελίξεις αυτές δημιουργούν περιθώρια ανάπτυξης, υπό την προϋπόθεση ενίσχυσης της εξωστρέφειας.
Στο εσωτερικό, πολιτικές στήριξης σε κλάδους όπως η βιομηχανία, η αγροτική παραγωγή και τα καύσιμα επιχειρούν να μετριάσουν το αυξημένο ενεργειακό κόστος και να διατηρήσουν την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. Στόχος δεν είναι μόνο η αύξηση των εξαγωγών, αλλά και η αντιμετώπιση χρόνιων ανισορροπιών στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, με απώτερο σκοπό έναν πιο εξαγωγικά προσανατολισμένο παραγωγικό μετασχηματισμό.
Το 2025, η συνολική αξία των ελληνικών εξαγωγών διαμορφώθηκε στα 48,7 δισ. ευρώ, ελαφρώς μειωμένη σε σχέση με το προηγούμενο έτος, κυρίως λόγω της πτώσης στα πετρελαιοειδή. Χωρίς τον συγκεκριμένο τομέα, ωστόσο, οι εξαγωγές κατέγραψαν ιστορικό υψηλό στα 37 δισ. ευρώ. Η Ευρωπαϊκή Ένωση παρέμεινε ο βασικός προορισμός, με κορυφαίες αγορές την Ιταλία, τη Γερμανία, την Κύπρο και τη Βουλγαρία.
Εκτός ΕΕ, οι εξαγωγές προς τις Ηνωμένες Πολιτείες παρέμειναν σταθερές στα 2,4 δισ. ευρώ, ενώ το εμπορικό ισοζύγιο συνέχισε να είναι πλεονασματικό, αν και με μειωμένο ρυθμό. Σημαντική ήταν επίσης η παρουσία στις αγορές της Μέσης Ανατολής, όπου οι εξαγωγές ανήλθαν σε 3,1 δισ. ευρώ, με βασικούς προορισμούς τον Λίβανο και το Ισραήλ.
Σε επίπεδο προϊόντων, τη μεγαλύτερη άνοδο σημείωσαν τα τρόφιμα, τα ποτά και ο καπνός, τα χημικά και τα βιομηχανικά αγαθά, ενώ τα ορυκτά καύσιμα παρουσίασαν σημαντική πτώση, παραμένοντας ωστόσο η μεγαλύτερη κατηγορία. Η μεταποίηση εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό κορμό των εξαγωγών, καλύπτοντας περίπου το 70% του συνόλου.
Η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας εμφανίζει βελτίωση, όπως αποτυπώνεται στη μείωση του δείκτη πραγματικής σταθμισμένης συναλλαγματικής ισοτιμίας (REER) την τελευταία δεκαετία. Η πτώση κατά περίπου 22% από το 2014 υποδηλώνει ενίσχυση της διεθνούς θέσης της χώρας, αν και εξακολουθούν να υπάρχουν πιέσεις από το επίπεδο των τιμών.
Συνολικά, η εικόνα δείχνει μια οικονομία που έχει ενισχύσει ουσιαστικά την εξαγωγική της βάση, αλλά καλείται να αντιμετωπίσει ένα πιο ασταθές διεθνές περιβάλλον, όπου η διατήρηση της δυναμικής θα εξαρτηθεί από την ικανότητα προσαρμογής στις νέες συνθήκες.
Πηγή: newMoneY





