Από σήμερα ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης ανοίγει επισήμως τη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος, με διάγγελμα προς τον ελληνικό λαό και επιστολή προς τους βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας, περιγράφοντας σε αδρές γραμμές τις αλλαγές που προτίθεται να προτείνει η κυβέρνησή του.
Πρόκειται για την τέταρτη αναθεώρηση από το 1975 και, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, η κυβέρνηση σκοπεύει να θέσει στο τραπέζι περίπου 70 άρθρα. Ήδη ο πρωθυπουργός έχει προϊδεάσει για έξι βασικούς άξονες: την αλλαγή του άρθρου 86 περί ευθύνης υπουργών, τον περιορισμό της κυβερνητικής επιρροής στην ηγεσία της Δικαιοσύνης, την αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων με συνέπειες στη μονιμότητα, τη δυνατότητα ίδρυσης μη κρατικών πανεπιστημίων, την εξαετή θητεία του Προέδρου της Δημοκρατίας και την αναθεώρηση της συνταγματικής προστασίας του περιβάλλοντος.
Η παρούσα Βουλή θα ανοίξει τη συζήτηση, αλλά η τελική κρίση θα δοθεί από τη Βουλή που θα προκύψει μετά τις εκλογές του 2027, με αυξημένες πλειοψηφίες και –αναγκαστικά– ευρύτερες συναινέσεις.
Και εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Γιατί άλλο οι «εύκολες» θεσμικές διορθώσεις και άλλο οι πραγματικές συγκρούσεις. Η αξιολόγηση στο Δημόσιο χωρίς συζήτηση για τη μονιμότητα είναι κενό γράμμα – το ζούμε ήδη.
Η κοινωνία, πάντως, δείχνει ξεκάθαρα υπέρ της άρσης της μονιμότητας υπό προϋποθέσεις. Το ερώτημα είναι ποιο κόμμα της αντιπολίτευσης θα τολμήσει να το ψηφίσει. Η απάντηση, με τα σημερινά δεδομένα, είναι μάλλον κανένα. Έτσι, ο Μητσοτάκης θα βρεθεί ξανά μόνος να σηκώνει το βάρος της θεσμικής σοβαρότητας απέναντι σε μια αντιπολίτευση που φοβάται το πολιτικό κόστος περισσότερο από τη στασιμότητα.
