Tη δυνατότητα επίλυσης φορολογικών υποθέσεων με διαδικασίες fast track δίνει η προσφυγή στη Διεύθυνση Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών. Με βάση τα στατιστικά το δίκιο τους βρίσκουν τρεις στους δέκα φορολογούμενους που προσφεύγουν στη ΔΕΔ αμφισβητώντας αποφάσεις επιβολής φόρων και προστίμων της φορολογικής διοίκησης. Η ΔΕΔ, αφού εξετάσει τις υποθέσεις, ακυρώνει ή ψαλιδίζει πρόστιμα, προσαυξήσεις και έξτρα φόρους που είχε επιβάλει ο φοροελεγκτικός μηχανισμός για φορολογικές παραβάσεις.
Η ΑΑΔΕ με νέο οδηγό ζητά την προσοχή της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών κατά τη διαχείριση των φορολογικών υποθέσεων που ελέγχονται, ώστε να περιοριστεί ο αριθμός εκείνων που καταλήγουν στα φορολογικά δικαστήρια, ενώ δίνει οδηγίες για τον χειρισμό των υποθέσεων, για τις οποίες προκύπτουν νέα στοιχεία και παραπέμπονται εκ νέου για συμπληρωματικό έλεγχο.
“Κεντρικός στόχος είναι η εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων και η διαμόρφωση από τη ΔΕΔ ορθής κρίσης επί των ενδικοφανών προσφυγών ενώπιόν της, στις περιπτώσεις υποβολής από τους υπόχρεους νέων στοιχείων ή επίκλησης νέων πραγματικών περιστατικών, τα οποία δεν είχε στη διάθεσή της η φορολογική αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, προκειμένου να επιτυγχάνεται η επίλυση των φορολογικών διαφορών σε διοικητικό επίπεδο και η αποσυμφόρηση των διοικητικών δικαστηρίων”, αναφέρεται χαρακτηριστικά.
Την ίδια ώρα αυξάνονται οι φορολογούμενοι που αποδέχονται άμεσα την κύρια οφειλή τους για να πετύχουν έκπτωση έως και 50% στο πρόστιμο. Η έκπτωση φτάνει στο 50%, αν η αποδοχή γίνει εντός 15 ημερών από την υποβολή εκπρόθεσμης δήλωσης και πριν κοινοποιηθεί προσωρινός προσδιορισμός φόρου. Πέφτει στο 40% μετά την κοινοποίηση της οριστικής πράξης και εντός της προθεσμίας ενδικοφανούς προσφυγής, στο 30% μετά από απόφαση ή σιωπηρή απόρριψη της ΔΕΔ, και στο 25% ακόμη και μετά την άσκηση προσφυγής στα δικαστήρια, αρκεί να μην έχει συζητηθεί η υπόθεση. Για όσους η ΔΕΔ απορρίπτει την ένσταση, υπάρχει δυνατότητα προσφυγής στα διοικητικά δικαστήρια, με τα στοιχεία να δείχνουν ότι το 40,7% των απορριφθεισών υποθέσεων συνεχίζουν σε δεύτερο βαθμό. Η προσφυγή στη ΔΕΔ υποβάλλεται εντός 30 ημερών από την κοινοποίηση της πράξης προσδιορισμού του φόρου και προϋποθέτει την καταβολή του 50% του ποσού που καταλογίστηκε. Αν η ΔΕΔ δικαιώσει τον φορολογούμενο, το ποσό αυτό επιστρέφεται.
Τι ισχύει για όσους καταθέτουν συμπληρωματικά στοιχεία
Σύμφωνα με τις οδηγίες, στις περιπτώσεις που ο υπόχρεος προσκομίζει νέα στοιχεία ή επικαλείται νέα πραγματικά περιστατικά, με την άσκηση της ενδικοφανούς προσφυγής του ή με συμπληρωματικό υπόμνημα, πριν από την έκδοση απόφασης ή την πάροδο της προθεσμίας για την έκδοση απόφασης, η ΔΕΔ μπορεί να αναπέμψει την υπόθεση στην αρμόδια φορολογική αρχή για συμπληρωματικό έλεγχο-πρόσθετες ελεγκτικές επαληθεύσεις, τάσσοντας ορισμένη προθεσμία για την αποστολή του σχετικού πορίσματος.
Διευκρινίζεται επίσης πως:
Η ΔΕΔ.παραλαμβάνει, μέσω του ολοκληρωμένου πληροφοριακού συστήματος ΟΠΣ Elenxis-Υποσύστημα ΔΕΔ, τα νέα στοιχεία που μπορεί να προσκομίζει ο υπόχρεος.
Τυχόν έγγραφα και δικαιολογητικά, που δεν είχαν υποβληθεί στην αρμόδια φορολογική αρχή που εξέδωσε την αρχική πράξη, είναι δυνατό να υποβάλλονται από τους υπόχρεους με την ενδικοφανή προσφυγή τους ενώπιον της ΔΕΔ ή με συμπληρωματικό υπόμνημα πριν από την έκδοση απόφασης ή την πάροδο της προβλεπόμενης προθεσμίας για την έκδοση απόφασης επί ενδικοφανούς προσφυγής.
Η υποβολή των παραπάνω γίνεται από τον υπόχρεο, με τη χρήση των προσωπικών κωδικών πρόσβασης στο Taxisnet.
Στις περιπτώσεις που προβλέπεται η ενδικοφανής προσφυγή να υποβάλλεται χειρόγραφα, τα νέα στοιχεία υποβάλλονται από τους υπόχρεους είτε με την ενδικοφανή προσφυγή τους είτε προσκομίζονται στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών.
Σύμφωνα με τη διαδικασία:
1. Ο υπόχρεος δύναται, μέσω της ηλεκτρονικής εφαρμογής, να υποβάλει ενδικοφανή προσφυγή και ταυτόχρονο αίτημα αναστολής του καταβλητέου έως 50% του αμφισβητούμενου ποσού της προσβαλλόμενης πράξης, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις. Σε περίπτωση που το αίτημα αναστολής υποβληθεί μέσω της ηλεκτρονικής εφαρμογής αυτοτελώς, εξετάζεται από τη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών μόνο εφόσον έχει υποβληθεί και οριστικοποιηθεί την ίδια ημέρα με την ενδικοφανή προσφυγή.
2. Κατά την είσοδό του στην ηλεκτρονική εφαρμογή, ο υπόχρεος επιλέγει σχετικό πεδίο το οποίο επέχει θέση υπεύθυνης δήλωσης και με το οποίο βεβαιώνει ότι τα επισυναπτόμενα έγγραφα και δικαιολογητικά, που συνοδεύουν την ενδικοφανή προσφυγή και το αίτημα αναστολής του και υποβάλλονται ηλεκτρονικά, αποτελούν αντίγραφα εκ των πρωτοτύπων ή επικυρωμένων αντιγράφων αυτών, τα οποία έχει στην κατοχή του και θα προσκομίσει ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών, εφόσον του ζητηθούν.
3. Ο υπόχρεος ταυτόχρονα με την ηλεκτρονική υποβολή της ενδικοφανούς προσφυγής, μεριμνά για τη μεταφόρτωση στην εφαρμογή, σε ψηφιακή μορφή (αρχεία .pdf ή .zip), της υποβληθείσας ενδικοφανούς προσφυγής, της αίτησης αναστολής σε περίπτωση αυτοτελούς υποβολής της και των λοιπών εγγράφων και δικαιολογητικών που επικαλείται ή προβλέπονται από τις οικείες διατάξεις. Εφόσον δεν είναι δυνατή η ηλεκτρονική επεξεργασία και μεταφόρτωση στην εφαρμογή των ανωτέρω εγγράφων και δικαιολογητικών που συνοδεύουν την ενδικοφανή προσφυγή, ο υπόχρεος δύναται να τα προσκομίσει στην αρμόδια φορολογική αρχή σε φυσική μορφή, εντός προθεσμίας δύο εργάσιμων ημερών από την ηλεκτρονική υποβολή της ενδικοφανούς προσφυγής.
4. Μετά την ηλεκτρονική υποβολή της ενδικοφανούς προσφυγής και πριν από την έκδοση απόφασης από τη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών ή την πάροδο της προβλεπόμενης προθεσμίας για την έκδοση απόφασης, ο υπόχρεος δύναται να υποβάλει, μέσω της ίδιας ηλεκτρονικής εφαρμογής, συμπληρωματικό υπόμνημα. Το σχετικό υπόμνημα υποβάλλεται σε ψηφιακή μορφή (αρχεία .pdf ή .zip), συνοδευόμενο από τυχόν έγγραφα και δικαιολογητικά.
5. Ο υπόχρεος, μέσω της ηλεκτρονικής εφαρμογής, δύναται να προβεί σε παραίτηση από την ενδικοφανή προσφυγή και το αίτημα αναστολής, οπότε σε αυτή την περίπτωση παύει η διαδικασία εξέτασής τους ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών.
6. Η ενδικοφανής προσφυγή και το αίτημα αναστολής σε περίπτωση αυτοτελούς υποβολής, απαιτείται να φέρουν υπογραφή, προκειμένου να είναι έγκυρα. Για τον λόγο αυτό απαιτείται η επεξεργασία τους μέσω σαρωτή (scanner), πριν από την ηλεκτρονική υποβολή.
Πηγή: capital.gr