Σε αυξήσεις έως 7% στα ισόβια προγράμματα υγείας προχωρούν τελικά οι ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες, ακολουθώντας την παρότρυνση του υπουργού Ανάπτυξης Τάκη Θεοδωρικάκου και εν αναμονή του νέου δείκτη της ΕΛΣΤΑΤ, ο οποίος φιλοδοξεί να ρυθμίζει αυτοματοποιημένα, σε ετήσια βάση, την αναπροσαρμογή των ασφαλιστικών συμβολαίων.
Ωστόσο, οι περισσότερες εταιρείες αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο αναπροσαρμογής στην περίπτωση που ο δείκτης αποτυπώσει την αύξηση του κόστους νοσηλείας και αποζημιώσεων που οι ίδιες καταγράφουν. Μια τέτοια κίνηση, εφόσον κριθεί αναγκαία, θα μπορούσε να εξεταστεί το ερχόμενο καλοκαίρι.
Ο δείκτης της ΕΛΣΤΑΤ καλείται να αποτελέσει το νέο σημείο αναφοράς για την ετήσια αναπροσαρμογή των ασφαλίστρων, αντικαθιστώντας το πλαίσιο που ίσχυε έως πέρυσι. Μέχρι τότε, τον ρόλο αυτόν είχε ο δείκτης που είχε συγκροτηθεί από το ΙΟΒΕ, ο οποίος, σύμφωνα με την κυβέρνηση αλλά και καταναλωτικούς φορείς, οδηγούσε σε υπέρογκες αυξήσεις της τάξης του 14% στα ισόβια προγράμματα υγείας. Οι ανατιμήσεις αυτές προκάλεσαν έντονες κοινωνικές αντιδράσεις και αποτέλεσαν την αφορμή για την άμεση κυβερνητική παρέμβαση, που κατέληξε στο ξήλωμα του συγκεκριμένου δείκτη και στην απόφαση να ανατεθεί στην ΕΛΣΤΑΤ η δημιουργία ενός νέου, θεσμικά θωρακισμένου μηχανισμού. Ωστόσο, η καθυστέρηση στη συγκρότησή του έχει δημιουργήσει ένα μεταβατικό καθεστώς, στο οποίο οι αυξήσεις ρυθμίζονται προσωρινά μέσω πολιτικών παρεμβάσεων
Για τις ίδιες τις ασφαλιστικές εταιρείες, πάντως, οι αυξήσεις αυτού του μεγέθους δεν θεωρούνται επαρκείς για να απορροφήσουν τη συνεχιζόμενη άνοδο του κόστους υγείας. Οπως επισημαίνουν παράγοντες της αγοράς, οι δαπάνες νοσηλείας, η συχνότητα των αποζημιώσεων και οι χρεώσεις των ιδιωτικών κλινικών κινούνται με ρυθμούς αισθητά υψηλότερους από τις φετινές αναπροσαρμογές, δημιουργώντας πίεση στα τεχνικά αποτελέσματα των προγραμμάτων υγείας. Υπό αυτό το πρίσμα, το πλαίσιο των αυξήσεων έως 7% αντιμετωπίζεται περισσότερο ως μεταβατική λύση παρά ως μακροπρόθεσμη απάντηση στο πρόβλημα της τιμολόγησης, με την αγορά να θεωρεί ότι η εικόνα θα επανεκτιμηθεί συνολικά μόλις υπάρξει ένα θεσμικό εργαλείο μέτρησης του πραγματικού κόστους, ο δείκτης της ΕΛΣΤΑΤ.
Την προοπτική νέων αναπροσαρμογών ενισχύει, πάντως, και το θεσμικό πλαίσιο που έχει πλέον διαμορφωθεί μετά τη σχετική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Το ανώτατο δικαστήριο έχει κρίνει ότι οι ασφαλιστικές εταιρείες μπορούν να προχωρούν σε μονομερείς αυξήσεις ασφαλίστρων στα συμβόλαια υγείας, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές προβλέπονται ρητά στη σύμβαση και βασίζονται σε σαφή, αντικειμενικά και προσδιορίσιμα κριτήρια, με παράλληλη επαρκή ενημέρωση των ασφαλισμένων. Υπό αυτό το πρίσμα, ο νέος δείκτης της ΕΛΣΤΑΤ αποκτά κομβικό ρόλο, καθώς μπορεί να λειτουργήσει όχι μόνο ως εργαλείο συγκράτησης, αλλά και ως νομικά αποδεκτή βάση για νέες αναθεωρήσεις τιμών, εφόσον αποτυπώσει ρυθμούς αύξησης του κόστους υψηλότερους από τις σημερινές αναπροσαρμογές.
Τη θέση των ασφαλιστικών ότι οι φετινές αναπροσαρμογές δεν επαρκούν για να καλύψουν την άνοδο του κόστους στηρίζουν, πάντως, τα επίσημα στοιχεία της Ενωσης Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος (ΕΑΕΕ). Σύμφωνα με αυτά, στο εννεάμηνο του 2025 οι αποζημιώσεις που κατέβαλαν οι εταιρείες για τα νοσοκομειακά προγράμματα αυξήθηκαν κατά 8,5% σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του 2024, φτάνοντας συνολικά τα 427,8 εκατ. ευρώ. Πρόκειται για αποζημιώσεις που αφορούν τόσο ισόβια όσο και ετησίως ανανεούμενα ατομικά προγράμματα υγείας και αποτελούν τη βασική «δεξαμενή δεδομένων» πάνω στην οποία θα στηριχθεί ο νέος δείκτης υγείας. Ακόμη μεγαλύτερη είναι η αύξηση στις αποζημιώσεις των ομαδικών νοσοκομειακών συμβολαίων, οι οποίες στο ίδιο διάστημα ενισχύθηκαν κατά 14,5%, αγγίζοντας τα 217,8 εκατ. ευρώ.
O νέος δείκτης της ΕΛΣΤΑΤ
Την ίδια στιγμή, τα ασφάλιστρα από τα ατομικά προγράμματα υγείας αυξήθηκαν κατά 11,6%, διαμορφούμενα στα 693,4 εκατ. ευρώ, ενώ τα ασφάλιστρα των ομαδικών προγραμμάτων υγείας ανήλθαν στα 301,8 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας άνοδο 13,5% σε ετήσια βάση. Η απόκλιση ανάμεσα στους ρυθμούς αύξησης αποζημιώσεων και ασφαλίστρων, αλλά και οι διαφορετικές δυναμικές μεταξύ ατομικών και ομαδικών προγραμμάτων αποτελούν, σύμφωνα με την αγορά, κρίσιμες παραμέτρους που θα κληθεί να αποτυπώσει με μεγαλύτερη ακρίβεια ο νέος δείκτης της ΕΛΣΤΑΤ.
Ροκανίζοντας τις προμήθειες
Πάντως μέχρι να ξεκαθαρίσει το τοπίο με τον νέο δείκτη και το εύρος των μελλοντικών αναπροσαρμογών, ορισμένες ασφαλιστικές εταιρείες έχουν ήδη αρχίσει να αναζητούν χώρο κινήσεων εκτός των τιμών.
Στο επίκεντρο αυτών των κινήσεων βρίσκεται η αναθεώρηση των προμηθειών που καταβάλλονται στους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές, κυρίως στα συμβόλαια υγείας.
Το βασικό εργαλείο που χρησιμοποιείται είναι το λεγόμενο «δικαίωμα συμβολαίου». Πρόκειται για ένα πάγιο ποσό ή ποσοστό που παρακρατεί η ασφαλιστική εταιρεία από το ασφάλιστρο, προτού υπολογιστεί η προμήθεια του διαμεσολαβητή. Με απλά λόγια, μειώνει τη βάση πάνω στην οποία υπολογίζεται η αμοιβή του πράκτορα ή του μεσίτη, οδηγώντας σε έμμεση αλλά ουσιαστική μείωση των προμηθειών, χωρίς να αλλάζει τυπικά το ποσοστό που αναγράφεται στη σύμβαση συνεργασίας. Σύμφωνα με πληροφορίες της αγοράς, οι αλλαγές αυτές δεν αφορούν μόνο νέα συμβόλαια, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις επεκτείνονται και σε υφιστάμενα χαρτοφυλάκια, γεγονός που εντείνει τις αντιδράσεις. Για τις ασφαλιστικές η συγκεκριμένη πρακτική αποτελεί τρόπο εξορθολογισμού του κόστους και δημιουργίας μαξιλαριού εν όψει των πιέσεων που ασκεί η άνοδος των αποζημιώσεων. Για τους διαμεσολαβητές, όμως, μεταφράζεται σε άμεση απώλεια εισοδήματος.
Οπως επισημαίνουν, μεγάλο μέρος των διαμεσολαβητών στηρίζεται οικονομικά στις προμήθειες από τα συμβόλαια υγείας, ιδιαίτερα στα ισόβια προγράμματα με μακροχρόνια σχέση πελάτη – εταιρείας. Η μείωση των απολαβών μέσω του λεγόμενου «δικαιώματος συμβολαίου» θεωρείται ότι μεταφέρει δυσανάλογα το βάρος της προσαρμογής στους συνεργάτες της αγοράς, την ώρα που οι ασφαλισμένοι ήδη επιβαρύνονται με αυξήσεις για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι φορείς των διαμεσολαβητών έχουν ζητήσει την παρέμβαση της εποπτείας και τη θεσμική διερεύνηση των πρακτικών αυτών, αφήνοντας ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο νομικών κινήσεων. Το αποτέλεσμα είναι ένα εκρηκτικό κλίμα στον κλάδο, με την ένταση να προστίθεται στο ήδη φορτισμένο περιβάλλον που δημιουργούν οι αυξήσεις στα ασφάλιστρα υγείας και η αβεβαιότητα για το τι θα ακολουθήσει μετά την ενεργοποίηση του νέου δείκτη.
To δικαίωμα συμβολαίου
Σε αυτό το πλαίσιο, οι ασφαλιστικές εταιρείες επιχειρούν να αντικρούσουν τις καταγγελίες περί κουρέματος προμηθειών, υποστηρίζοντας ότι η εφαρμογή του δικαιώματος συμβολαίου δεν μεταφράζεται σε ουσιαστική απώλεια εισοδήματος για τους διαμεσολαβητές, όταν συνδυάζεται με τη νέα τιμολογιακή πολιτική.
Οπως εξηγούν, το δικαίωμα συμβολαίου δεν αλλάζει το ποσοστό προμήθειας, αλλά μειώνει τη βάση υπολογισμού της, χωρίς να αυξάνει το τελικό ασφάλιστρο που πληρώνει ο ασφαλισμένος. Για να γίνει αυτό πιο κατανοητό, οι ίδιες οι εταιρείες χρησιμοποιούν το ακόλουθο ενδεικτικό παράδειγμα:
Ενα ετήσιο συμβόλαιο υγείας με τελικό ασφάλιστρο 1.150 ευρώ (1.000 ευρώ προ φόρου) αυξάνεται το επόμενο έτος κατά 7%, διαμορφώνοντας το τελικό ποσό στα 1.230 ευρώ. Με την παράλληλη εφαρμογή δικαιώματος συμβολαίου -ενδεικτικά της τάξης του 10%– η προμήθεια του διαμεσολαβητή δεν υπολογίζεται πλέον στα 1.070 ευρώ (ασφάλιστρο προ φόρου), αλλά σε 973 ευρώ. Σε ένα υποθετικό ποσοστό προμήθειας 28%, η αμοιβή μειώνεται από 280 ευρώ σε περίπου 272 ευρώ, δηλαδή κατά 2,7%, παρά την αύξηση του ασφαλίστρου.
Με βάση αυτή τη λογική, οι ασφαλιστικές υποστηρίζουν ότι η εφαρμογή του δικαιώματος συμβολαίου δεν επιβαρύνει τον ασφαλισμένο και δεν συνιστά ευθεία περικοπή προμηθειών, αλλά έναν τρόπο εξορθολογισμού του κόστους διαχείρισης των ετήσιων προγραμμάτων υγείας. Τονίζουν, μάλιστα, ότι χωρίς τέτοιου είδους παρεμβάσεις τίθεται σε κίνδυνο η ίδια η βιωσιμότητα των προϊόντων, σε μια περίοδο όπου οι αποζημιώσεις αυξάνονται ταχύτερα από τα ασφάλιστρα.
Πηγή: newmoney.gr
