Με αυξημένο ενεργειακό κόστος εισέρχεται η Ευρώπη στον χειμώνα, καθώς η άνοδος των διεθνών τιμών φυσικού αερίου επηρεάζει άμεσα και την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και ο πόλεμος στο Ιράν εντείνουν την αβεβαιότητα, προκαλώντας ανησυχία για τις επιβαρύνσεις που ενδέχεται να αντιμετωπίσουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις τους επόμενους μήνες.
Στο επίκεντρο βρίσκονται οι λογαριασμοί ηλεκτρικού ρεύματος, με τους καταναλωτές που έχουν κυμαινόμενα πράσινα και κίτρινα τιμολόγια να είναι περισσότερο εκτεθειμένοι στις διακυμάνσεις της αγοράς. Η συνεχής άνοδος της χονδρεμπορικής τιμής ενισχύει τον κίνδυνο νέων αυξήσεων στις λιανικές χρεώσεις, καθώς πλησιάζει η περίοδος αυξημένης ενεργειακής κατανάλωσης.
Την ίδια ώρα, στο τέλος Οκτωβρίου ολοκληρώνεται, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, η προσφορά της ΔΕΗ για το μπλε σταθερό τιμολόγιο με χρέωση 11,5 λεπτά ανά κιλοβατώρα και μηνιαίο πάγιο 3,5 ευρώ. Μέχρι στιγμής δεν έχει ανακοινωθεί εάν θα υπάρξει παράταση ή αν θα διατεθεί αντίστοιχο πρόγραμμα, γεγονός που δημιουργεί πρόσθετο ενδιαφέρον για τις επιλογές των καταναλωτών ενόψει του χειμώνα.
Άνοδος στις τιμές φυσικού αερίου
Ισχυρές πιέσεις καταγράφονται και στην αγορά φυσικού αερίου. Η διεθνής τιμή του καυσίμου έφτασε ενδοσυνεδριακά τα 90 ευρώ ανά μεγαβατώρα, προτού υποχωρήσει στα 86,2 ευρώ. Παρά τη διόρθωση, οι τιμές παραμένουν σχεδόν τριπλάσιες σε σχέση με τα επίπεδα πριν από την έναρξη του πολέμου στο Ιράν.
Η προσωρινή αποκλιμάκωση αποδόθηκε σε πληροφορίες για πιθανή διαμεσολαβητική πρωτοβουλία του Κατάρ και του Πακιστάν με στόχο την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων. Ωστόσο, η ενεργειακή αγορά εξακολουθεί να επηρεάζεται από τις αβεβαιότητες σχετικά με τις προμήθειες και την εξέλιξη της σύγκρουσης.
Παράλληλα, τα αποθέματα φυσικού αερίου στην Ευρώπη βρίσκονται περίπου στο 75% της χωρητικότητάς τους, ενώ στη Γερμανία η πληρότητα μόλις ξεπερνά το 61%. Τα επίπεδα αυτά ενισχύουν την ανησυχία για την επάρκεια των διαθέσιμων ποσοτήτων, ιδιαίτερα εάν οι θερμοκρασίες μειωθούν αισθητά και αυξηθεί η ζήτηση.
Επιβάρυνση και για τους καταναλωτές φυσικού αερίου
Οι αυξήσεις στις διεθνείς τιμές επηρεάζουν και τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν φυσικό αέριο για θέρμανση. Επιπλέον, από το 2027 ενδέχεται να υπάρξει νέα επιβάρυνση από τις χρεώσεις χρήσης του δικτύου διανομής.
Ειδικότερα, στο νέο Πρόγραμμα Ανάπτυξης της Enaon EDA για την περίοδο 2027-2031, το οποίο έχει τεθεί σε δημόσια διαβούλευση από τη ΡΑΑΕΥ, προτείνεται αύξηση της μέσης χρέωσης δικτύου για οικιακούς και εμπορικούς καταναλωτές στα 19,86 ευρώ ανά μεγαβατώρα, από 18,58 ευρώ, δηλαδή κατά περίπου 6,9%.
Για το 2027, στην Αττική η μέση χρέωση εκτιμάται στα 13 ευρώ ανά μεγαβατώρα με τις προβλεπόμενες επενδύσεις, έναντι 11,90 ευρώ χωρίς αυτές. Στη Θεσσαλονίκη υπολογίζεται στα 10,54 ευρώ, έναντι 9,39 ευρώ, ενώ στη Θεσσαλία στα 7,40 ευρώ, από 6,52 ευρώ.
Από τα 110 στα 173 ευρώ η μεγαβατώρα στο ρεύμα
Η άνοδος του φυσικού αερίου επηρεάζει καθοριστικά και την ελληνική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς το συγκεκριμένο καύσιμο εξακολουθεί να συμμετέχει σε σημαντικό βαθμό στην ηλεκτροπαραγωγή. Όταν οι μονάδες φυσικού αερίου καθορίζουν την οριακή τιμή στην αγορά, το αυξημένο κόστος του καυσίμου μεταφέρεται και στη χονδρεμπορική τιμή του ρεύματος.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι η μέση τιμή της χονδρεμπορικής αγοράς, από περίπου 110 ευρώ ανά μεγαβατώρα τον Ιούλιο, αυξήθηκε στα 133,4 ευρώ τον Αύγουστο και στα 156,31 ευρώ τον Σεπτέμβριο. Τον Οκτώβριο κινείται μέχρι στιγμής κοντά στα 173 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
Παράλληλα, σημαντικές είναι οι διακυμάνσεις ακόμη και μέσα στην ίδια ημέρα. Η ανώτατη τιμή ξεπέρασε τα 335 ευρώ ανά μεγαβατώρα, έχοντας προηγουμένως φτάσει έως τα 406 ευρώ, ενώ η κατώτατη διαμορφώθηκε στα 121 ευρώ.
Συνολικά, από τον Ιούλιο έως τον Οκτώβριο, η μέση χονδρεμπορική τιμή έχει αυξηθεί κατά περίπου 57%. Η εξέλιξη αυτή εντείνει την ανησυχία για το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας κατά τη χειμερινή περίοδο.
Τι σημαίνουν οι αυξήσεις για τους λογαριασμούς
Η άνοδος στη χονδρεμπορική αγορά δεν μεταφέρεται αυτόματα και στο σύνολό της στους λογαριασμούς των καταναλωτών. Ωστόσο, αποτελεί σημαντικό παράγοντα για τη διαμόρφωση των κυμαινόμενων τιμολογίων, ιδιαίτερα όταν οι υψηλές τιμές διατηρούνται για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Για ένα νοικοκυριό που καταναλώνει 400 κιλοβατώρες τον μήνα, κάθε αύξηση κατά ένα λεπτό ανά κιλοβατώρα αντιστοιχεί σε επιπλέον κόστος 4 ευρώ τον μήνα, μόνο για την κατανάλωση ενέργειας. Εάν η διαφορά μεταξύ δύο τιμολογίων φτάνει τα 5 λεπτά ανά κιλοβατώρα, η επιβάρυνση ανέρχεται σε 20 ευρώ τον μήνα ή 240 ευρώ τον χρόνο, χωρίς να υπολογίζονται τα πάγια και οι υπόλοιπες χρεώσεις.
Σε αυτό το περιβάλλον, η σύγκριση των διαθέσιμων προγραμμάτων αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Εκτός από την τιμή της κιλοβατώρας, οι καταναλωτές καλούνται να εξετάζουν το μηνιαίο πάγιο, τις εκπτώσεις συνέπειας, τη διάρκεια της σύμβασης και τυχόν χρεώσεις για πρόωρη αποχώρηση. Τα σταθερά τιμολόγια προσφέρουν μεγαλύτερη προβλεψιμότητα, καθώς προστατεύουν τον καταναλωτή από τις διακυμάνσεις της τιμής κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης.
Το φυσικό αέριο κυριαρχεί στο ενεργειακό μείγμα
Η εξάρτηση της ελληνικής αγοράς από το φυσικό αέριο αποτυπώνεται και στο ενεργειακό μείγμα της 21ης Οκτωβρίου. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται, το φυσικό αέριο καλύπτει το 40,95% της ηλεκτροπαραγωγής, ενώ οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας ακολουθούν με 39,31%. Ο λιγνίτης συμμετέχει με 7,41%, ανεβάζοντας συνολικά τη συμμετοχή των θερμικών μονάδων στο 48,36%.
Η υψηλή συμμετοχή του φυσικού αερίου καθιστά την ελληνική αγορά ευάλωτη στις διεθνείς ανατιμήσεις, καθώς το κόστος του καυσίμου επηρεάζει άμεσα τη διαμόρφωση των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας.
Ο ανταγωνισμός για τα φορτία LNG
Ένα από τα βασικά ζητήματα για την Ευρώπη τους επόμενους μήνες είναι η εξασφάλιση επαρκών ποσοτήτων υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG). Με την αύξηση της ζήτησης για θέρμανση, οι ευρωπαϊκές χώρες θα χρειαστεί να ανταγωνιστούν τις ασιατικές αγορές για τα διαθέσιμα φορτία, κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε περαιτέρω άνοδο των τιμών.
Η πορεία των αποθεμάτων θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τις καιρικές συνθήκες και τη σταθερότητα των προμηθειών. Ένας ψυχρότερος χειμώνας θα μπορούσε να αυξήσει σημαντικά την κατανάλωση, περιορίζοντας τα περιθώρια ασφαλείας της ευρωπαϊκής αγοράς.
Παράλληλα, οι εξελίξεις στον Περσικό Κόλπο και η ασφάλεια των θαλάσσιων μεταφορών διατηρούν υψηλό το επίπεδο αβεβαιότητας. Οι εντάσεις γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, μια κρίσιμη θαλάσσια οδό για τη διεθνή αγορά ενέργειας, αποτελούν έναν ακόμη παράγοντα που μπορεί να επηρεάσει την ομαλή διακίνηση καυσίμων.
Τσάφος: Υψηλότερες τιμές σε Βουλγαρία και Ουγγαρία
Στις αυξημένες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας αναφέρθηκε και ο υφυπουργός Ενέργειας Νίκος Τσάφος, ο οποίος σημείωσε στη Βουλή ότι η μέση τιμή της ελληνικής αγοράς για τον Οκτώβριο διαμορφώνεται μέχρι στιγμής στα 173 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
Όπως ανέφερε, υψηλότερες τιμές καταγράφονται σε άλλες ευρωπαϊκές αγορές, με τη Βουλγαρία στα 214 ευρώ ανά μεγαβατώρα και την Ουγγαρία στα 229 ευρώ. Στη Γαλλία, η αντίστοιχη τιμή βρίσκεται στα 168 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
Οι ανατιμήσεις, επομένως, δεν περιορίζονται στην Ελλάδα, αλλά αποτελούν ευρύτερο ευρωπαϊκό ζήτημα. Το βασικό ερώτημα παραμένει πόσο θα διαρκέσουν οι πιέσεις και σε ποιον βαθμό θα επηρεάσουν τους τελικούς λογαριασμούς των καταναλωτών.
Η εξέλιξη των διεθνών τιμών φυσικού αερίου, η πορεία των πολεμικών συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή, οι καιρικές συνθήκες και ο ανταγωνισμός για τα φορτία LNG αναμένεται να καθορίσουν το ενεργειακό κόστος του χειμώνα.
Πηγή: newmoney.gr









