Το κύμα συνταξιοδοτήσεων που βρίσκεται σε εξέλιξη φέτος –όπου, όπως όλα δείχνουν, οι αιτήσεις θα αγγίξουν για πέμπτη συνεχόμενη χρονιά τις 200.000– αλλά και τα σύννεφα που αρχίζουν να μαζεύονται στον ορίζοντα αναφορικά με τις προβλέψεις στο δημογραφικό ζήτημα επαναφέρουν τη συζήτηση για αλλαγές στο ασφαλιστικό σύστημα στα αμέσως επόμενα χρόνια.
Η αυξημένη ροή των συνταξιοδοτήσεων μπορεί να δημιουργεί πίεση στις συνταξιοδοτικές δαπάνες, ωστόσο ο βασικός ρυθμιστής των αλλαγών θα είναι το δημογραφικό. Η εικόνα που διαμορφώνεται από τις δημογραφικές προβολές δείχνει ότι στα επόμενα χρόνια οι συνταξιούχοι και γενικά οι ηλικιωμένοι που θα εξαρτώνται από την κρατική στήριξη (με την καταβολή συντάξεων, επιδομάτων και παροχή ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης) θα αυξάνονται, τη στιγμή που η “γενιά αντικατάστασης” μειώνεται. Οι γεννήσεις έχουν υποχωρήσει (με στοιχεία 2025) στα επίπεδα των 65.000, ο δείκτης γονιμότητας είναι κολλημένος στο 1,7 (όταν το διεθνώς επιθυμητό όριο είναι στο 2,1) και ο βασικότερος δείκτης για τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος, που είναι η αναλογία ασφαλισμένων προς συνταξιούχους, παραμένει καθηλωμένος στο 1,7 προς 1, ενώ θα έπρεπε ο αριθμητής να ήταν στο 3 και ιδανικά στο 4 για να υπάρχει μακροχρόνια βιωσιμότητα στο ασφαλιστικό.
Ο λόγος ωστόσο που, παρά τα αρνητικά δημογραφικά και ασφαλιστικά δεδομένα, το συνταξιοδοτικό σύστημα της Ελλάδας δεν αντιμετωπίζει κίνδυνο ελλειμμάτων είναι γιατί, παρά τις αθρόες συνταξιοδοτήσεις, η ετήσια δαπάνη συντάξεων, αν και αυξάνεται ως απόλυτο μέγεθος, εντούτοις ως ποσοστό του ΑΕΠ, που είναι και το μέτρο σύγκρισης για τη λήψη μέτρων, κινείται κάτω από το 2,5%. Ακόμα και αν το 2,5% του ΑΕΠ ως όριο ετήσιας αύξησης των δαπανών για τις συντάξεις επιβεβαιωθεί και στη νέα αναλογιστική μελέτη για το ασφαλιστικό που βρίσκεται σε εξέλιξη, δεν θα ακυρωθούν οι λεγόμενες παραμετρικές αλλαγές, όπως αυτές που αφορούν τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης.
Η συζήτηση έχει ανοίξει, και ένας από τους λόγους που ωθούν ένα σημαντικό ποσοστό ασφαλισμένων στην έξοδο από τον εργασιακό βίο, αξιοποιώντας τα όρια ηλικίας για μειωμένη σύνταξη, είναι διότι υπάρχει ανησυχία ότι οι αλλαγές θα έρθουν σύντομα και, αν δεν αποχωρήσουν μέσα στα επόμενα δύο χρόνια με μειωμένη σύνταξη, θα κινδυνέψουν να επιβαρυνθούν με αύξηση του ορίου ηλικίας στην πλήρη σύνταξη.
Η χρονιά-σταθμός για τις αλλαγές στις ηλικίες συνταξιοδότησης είναι το 2030. Οι αλλαγές αυτές θα συνοδευτούν με την εφαρμογή στην πράξη της σύνδεσης του προσδόκιμου ζωής μετά το 65ο έτος με τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης.
Η σύνδεση του προσδόκιμου ζωής και των ορίων ηλικίας προβλέπεται σε ψηφισμένη διάταξη νόμου από το 2010. Είναι ο ασφαλιστικός νόμος 3863/2010 (που είχε έρθει τότε με το πρώτο Μνημόνιο) και στο θέμα των ορίων ηλικίας λέει ότι από το 2021 και ανά τρία χρόνια τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης θα αναπροσαρμόζονται με βάση την αύξηση του προσδόκιμου ζωής μετά το 65ο έτος.
Η ρήτρα του προσδόκιμου ζωής σημαίνει ότι, όσο ανεβαίνουν τα χρόνια ζωής μετά τα 65, τόσο κατ’ αναλογία θα αυξάνονται και τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης. Η αξιολόγηση για το αν χρειάζονται αλλαγές γίνεται ανά τρία χρόνια, ωστόσο δεν χρειάστηκαν παρεμβάσεις ούτε το 2021 ούτε το 2024, καθώς το προσδόκιμο ζωής δεν ανέβηκε εξαιτίας της πανδημίας. Για την τριετία 2024, 2025, 2026 υπάρχει οριακή άνοδος στο προσδόκιμο ζωής, αλλά όχι τέτοια που να δικαιολογεί κάποια παρέμβαση στα όρια ηλικίας το 2027, που είναι ο επόμενος σταθμός αξιολόγησης.
Όλα δείχνουν ότι η κρίσιμη τριετία για τις αλλαγές στα όρια ηλικίας θα είναι τα έτη 2027, 2028, 2029 και οι μέχρι τώρα δημογραφικές μελέτες δείχνουν ότι το προσδόκιμο ζωής άνω των 65 ετών θα αυξηθεί, επομένως αναμένεται και η αύξηση στα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης από το 2030.
Τα σενάρια για την αύξηση των ορίων ηλικίας
Η αύξηση στα όρια ηλικίας έχει προδιαγραφεί σε μελέτη του ΟΟΣΑ και μπορεί να είναι 12 ή 18 μήνες σε δόσεις, με αύξηση των ηλικιών συνταξιοδότησης κατά 4 ή 6 μήνες ανά έτος. Αυτό σημαίνει ότι τα 62 έτη θα γίνουν 62,4 μήνες ή 62,6 μήνες το 2030, θα ανεβούν στα 62,8 ή στα 63 το 2031 και θα καταλήξουν στα 63 ή 63,6 έτη το 2032. Τότε θα εξεταστεί εκ νέου αν αυξήθηκε το προσδόκιμο και αναλόγως θα υπάρξει ή όχι νέα αύξηση στα όρια ηλικίας από το 2033.
Οι αλλαγές, σύμφωνα με εκτιμήσεις, θα αφορούν όσους δεν θα έχουν συμπληρώσει έως τις 31/12/2029 τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, είτε για πλήρη σύνταξη στα 67 με τουλάχιστον 15 έτη ασφάλισης, είτε για πλήρη σύνταξη στα 62 με 40 έτη ασφάλισης, είτε για μειωμένη σύνταξη στα 62 με τουλάχιστον 15 χρόνια ασφάλισης.
Από τις αλλαγές αναμένεται ότι θα θιγούν οι ασφαλισμένοι με ηλικίες 50 έως 56 ετών σήμερα, που θέλουν από 6 έως 12 έτη για να φτάσουν στα 62. Αυτή η κατηγορία μπορεί να εγκλωβιστεί σε μία ή και δύο αυξήσεις ορίων ηλικίας.
Περισσότερα χρόνια για τη σύνταξη θα χρειαστούν de facto οι νεότεροι ασφαλισμένοι με ηλικίες 35 έως 45 ετών, οι οποίοι βρίσκονται στα πρώτα 15-20 χρόνια του εργασιακού βίου. Οι δε νέοι ασφαλισμένοι που διανύουν τα πρώτα χρόνια του εργασιακού τους βίου από τώρα θα πρέπει να συμβιβαστούν με την ιδέα ότι θα πάρουν σύνταξη μετά τα 64 και με 44 χρόνια ασφαλιστικού βίου.
Πηγή: capital.gr





