Τις τελευταίες ημέρες η ελληνική κοινωνία έζησε με πρωτόγνωρη ένταση τον αιφνίδιο χαμό του Γιώργου Μαζωνάκη. Ένα βαθιά θλιβερό γεγονός που, μαζί με τα ερωτήματα γύρω από τις συνθήκες του θανάτου του, εξελίχθηκε γρήγορα σε ένα τεράστιο κοινωνικό και δημοσιογραφικό γεγονός.
Δεν ξέρω πόσο εύκολο είναι να αντιληφθούμε πραγματικά τη δύναμη των ψηφιακών μέσων. Από τα δικά μας media και μόνο, οι αναρτήσεις και τα δημοσιεύματα για τον Μαζωνάκη έφτασαν σε χιλιάδες προβολές μέσα σε ελάχιστες ημέρες.
Και αυτό λέει πολλά. Όχι μόνο για τη δύναμη των media, αλλά κυρίως για το τεράστιο εκτόπισμα του ίδιου του Μαζωνάκη.
Για περισσότερα από τριάντα χρόνια ήταν παντού: στα σπίτια, στα αυτοκίνητα, στις παρέες και στα νυχτερινά μαγαζιά. Αυθεντικός και μοναδικός. Από τα αλώνια μέχρι τα σαλόνια. Ένας καλλιτέχνης που κατάφερε να αγαπηθεί από πολύ διαφορετικούς ανθρώπους και διαφορετικές γενιές.
Γι’ αυτό και ο χαμός του έγινε υπόθεση ολόκληρης της Ελλάδας. Για ημέρες μπήκε ξανά σε κάθε σπίτι — όχι αυτή τη φορά μέσα από τα τραγούδια του, αλλά μέσα από την τηλεόραση, τα sites, τα social media, τα ραδιόφωνα και τα κινητά μας.
Αυτή είναι η τρομακτική δύναμη των media σήμερα. Δεν μεταδίδουν απλώς ένα γεγονός. Το πολλαπλασιάζουν. Μέσα σε λίγα λεπτά ένα προσωπικό δράμα μπορεί να γίνει υπόθεση μιας ολόκληρης χώρας.
Μακάρι, βέβαια, τίποτα από όλα αυτά να μην είχε συμβεί. Μακάρι να τον είχαν προλάβει και να μην είχε γραφτεί ούτε μία από τις εκατομμύρια λέξεις αυτών των ημερών.
Ο Κρητικός Παρατηρητής







