Η πρόσφατη επιβολή προστίμου 10.000 ευρώ για μη διασύνδεση POS με ταμειακή μηχανή σε δραστηριότητα λαϊκής αγοράς είναι μία από τις πολλές που επιβάλλονται από τον φοροελεγκτικό μηχανισμό. Η διαδικασία διασύνδεσης των POS με τις ταμειακές μηχανές αποτελεί έναν από τους κεντρικούς πυλώνες του ελεγκτικού μηχανισμού της ΑΑΔΕ για την πάταξη της φοροδιαφυγής. Οι κυρώσεις για τη μη συμμόρφωση είναι ιδιαίτερα αυστηρές και κλιμακώνονται ανάλογα με την παράβαση.
Μπορεί η συγκεκριμένη υπόθεση να συνδέεται με την απόφαση ΔΕΔ 302/2026 Θεσσαλονίκης, η οποία αφορά πράξεις επιβολής προστίμου κατ’ άρθρα 57 και 63 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, με αντικείμενο μεταξύ άλλων τη μη έκδοση απόδειξης λιανικής, τη μη ύπαρξη ΦΗΜ και τη μη διασύνδεση POS, αλλά αποτελεί μια εικόνα με την οποία βρίσκονται αντιμέτωποι οι ελεγκτές της ΑΑΔΕ, παρά τις βαριές καμπάνες που προβλέπει η νομοθεσία. Και αυτό διότι καταγράφεται μεγάλη παραβατικότητα στα αντίστοιχα περιστατικά.
Σύμφωνα με το άρθρο 63 ΚΦΔ, στους χρήστες τερματικών EFT/POS που δεν συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις λειτουργίας και διασύνδεσης με την ΑΑΔΕ επιβάλλεται πρόστιμο 10.000 ευρώ, όταν πρόκειται για υπόχρεο τήρησης απλογραφικού λογιστικού συστήματος, και 20.000 ευρώ, όταν πρόκειται για υπόχρεο τήρησης διπλογραφικού λογιστικού συστήματος. Το πρόστιμο μειώνεται κατά 50% για δραστηριότητες σε οικισμούς έως 500 κατοίκων ή σε μικρά νησιά, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος, ενώ σε περίπτωση υποτροπής τα πρόστιμα διπλασιάζονται και σε επόμενες ίδιες παραβάσεις εντός πενταετίας τριπλασιάζονται.
Η πρακτική σημασία της ρύθμισης είναι μεγάλη, ιδίως για μικρές επιχειρήσεις, επαγγελματίες και πωλητές λαϊκών αγορών, διότι το πρόστιμο δεν υπολογίζεται με βάση την αξία της συγκεκριμένης συναλλαγής ή το ύψος του τυχόν αποκρυβέντος φόρου. Πρόκειται για σταθερό διοικητικό πρόστιμο, το οποίο μπορεί να είναι δυσανάλογα βαρύ σε σχέση με το μέγεθος της επιχείρησης. Για τον λόγο αυτό, η ορθή τεκμηρίωση της υποχρέωσης διασύνδεσης από τη ΔΕΔ είναι κρίσιμη: πρέπει να εξετάζεται αν ο φορολογούμενος είχε πράγματι υποχρέωση χρήσης ΦΗΜ για τις συγκεκριμένες συναλλαγές, αν το συγκεκριμένο POS χρησιμοποιούνταν για συναλλαγές που υπάγονται στην υποχρέωση διασύνδεσης και αν υπήρχαν λόγοι μη υπαιτιότητας ή τεχνικής αδυναμίας που θα μπορούσαν να προβληθούν.
Τι διευκρινίζει η ΑΑΔΕ
Η ΑΑΔΕ έχει διευκρινίσει ότι, όταν μια επιχείρηση διενεργεί συναλλαγές για τις οποίες δεν είναι υποχρεωτική η χρήση ΦΗΜ και πράγματι δεν χρησιμοποιεί ΦΗΜ, δεν υφίσταται υποχρέωση διασύνδεσης για τις συγκεκριμένες συναλλαγές. Αντίθετα, όταν υπάρχει υποχρέωση χρήσης ΦΗΜ για λιανικές συναλλαγές, τότε τα POS που χρησιμοποιούνται για αυτές τις συναλλαγές πρέπει να είναι διασυνδεδεμένα. Επίσης, αν μια επιχείρηση έχει ένα μόνο POS και αυτό χρησιμοποιείται και για λιανικές συναλλαγές με υποχρέωση ΦΗΜ, τότε το POS πρέπει να διασυνδεθεί. Σε περίπτωση περισσότερων ΦΗΜ, δεν απαιτείται κατ’ ανάγκη να συνδεθούν όλοι οι ΦΗΜ με POS· απαιτείται όμως όλα τα POS που χρησιμοποιούνται για υπόχρεες συναλλαγές να συνδέονται με κάποιον ΦΗΜ ή με το προβλεπόμενο ταμειακό σύστημα.
Ιδιαίτερα σημαντικό στην εξεταζόμενη υπόθεση είναι και το δεύτερο σκέλος: η μη ύπαρξη ΦΗΜ δεν συνεπάγεται αυτομάτως μη τήρηση αξιόπιστου λογιστικού συστήματος. Δηλαδή η φορολογική διοίκηση δεν μπορεί να εξομοιώνει την απουσία ή μη επίδειξη ΦΗΜ με πλήρη αναξιοπιστία των βιβλίων και αρχείων του φορολογούμενου, χωρίς ειδική αιτιολόγηση και χωρίς συγκεκριμένες ελεγκτικές επαληθεύσεις. Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη, διότι οι συνέπειες της μη τήρησης αξιόπιστου λογιστικού συστήματος είναι πολύ βαρύτερες από ένα μεμονωμένο πρόστιμο για μη διασύνδεση POS.
Τι προβλέπει το άρθρο 57 του ΚΦΔ
Στο άρθρο 57 ΚΦΔ προβλέπεται σειρά προστίμων για παραβάσεις που σχετίζονται με τη μη έκδοση, την ανακριβή έκδοση ή τη μη ορθή χρήση λογιστικών και φορολογικών στοιχείων. Για πράξεις που δεν επιβαρύνονται με ΦΠΑ, η μη έκδοση ή η ανακριβής έκδοση λογιστικών αρχείων συνεπάγεται πρόστιμο 500 ευρώ ανά φορολογικό έλεγχο για υπόχρεους απλογραφικού συστήματος και 1.000 ευρώ για υπόχρεους διπλογραφικού. Για πράξεις που επιβαρύνονται με ΦΠΑ, η μη έκδοση παραστατικών πώλησης ή η ανακριβής έκδοση επιφέρει πρόστιμο 50% επί του φόρου που θα προέκυπτε από το μη εκδοθέν στοιχείο ή επί της διαφοράς, με ελάχιστα όρια 250 ευρώ για απλογραφικά και 500 ευρώ για διπλογραφικά βιβλία. Σε περίπτωση υποτροπής τα ελάχιστα όρια αυξάνονται, ενώ για κάθε νέα υποτροπή προβλέπεται ακόμα πιο αυστηρή αντιμετώπιση.
Το ίδιο άρθρο περιλαμβάνει και άλλες σημαντικές παραβάσεις. Ενδεικτικά, προβλέπεται πρόστιμο 500 ευρώ για έκδοση στοιχείων λιανικής με εγκεκριμένο αλλά μη δηλωμένο ΦΗΜ ή με δηλωμένο αλλά μη εγκεκριμένο ΦΗΜ για συγκεκριμένο κλάδο. Επιπλέον, για αποδοχή πληρωμής με μετρητά σε συναλλαγές λιανικής αξίας 500 ευρώ και άνω επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με το διπλάσιο της αξίας που καταβλήθηκε σε μετρητά. Για διακίνηση αγαθών χωρίς παραστατικά στοιχεία διακίνησης, το πρόστιμο ανέρχεται σε 5.000 ευρώ για απλογραφικά και 10.000 ευρώ για διπλογραφικά βιβλία.
Αυτοτελής παράβαση
Συνεπώς, η υπόθεση της λαϊκής αγοράς αλλά και γενικότερα όλες οι υποθέσεις δείχνουν ότι οι παραβάσεις POS, ΦΗΜ και λογιστικών αρχείων δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται αποσπασματικά. Η μη διασύνδεση POS αποτελεί ειδική και αυτοτελή παράβαση, με σαφώς καθορισμένο πρόστιμο. Αντίθετα, η διαπίστωση μη αξιόπιστου λογιστικού συστήματος απαιτεί ουσιαστικότερη τεκμηρίωση από τη φορολογική αρχή. Η απλή απουσία ΦΗΜ ή η μη επίδειξή του δεν αρκεί από μόνη της για να θεμελιώσει το πρόστιμο, αν δεν αποδεικνύεται ότι επηρεάζεται η δυνατότητα ελέγχου και προσδιορισμού της φορολογητέας ύλης.
Η υπόθεση έχει, επομένως, ευρύτερη σημασία για την πράξη. Υπενθυμίζει στους επαγγελματίες ότι η συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις διασύνδεσης POS είναι πλέον κρίσιμη και ότι τα πρόστιμα είναι ιδιαίτερα υψηλά.
Πηγή: capital.gr








