Άρθρο του Σοφοκλή Χνάρη: Απόφοιτος Κλασικής Φιλολογίας ΕΚΠΑ, Φοιτητής Νομικής Αθηνών

Σε µια χώρα που µαστίζεται από τον συντηρητισµό και την προκατάληψη, το έργο της εισαγωγής νέων εννοιών που αποκαλύπτουν τη σαθρότητα των µετά πολλού πόθου ακλόνητων κοινωνικοπολιτικών γνωσιακών σχηµάτων, αποδεικνύεται ιδιαίτερα δυσχερές. Όµως, η κοινωνική πραγµατικότητα καθιστά την προσπάθεια αυτή επιτακτικότερη από ποτέ, όπως φαίνεται άλλωστε από την κοινή πείρα της καθηµερινής ενηµέρωσης που µετρά το ένα θύµα µετά το άλλo.

Πολλά έχουν λεχθεί επί του θέµατος από τον τύπο, την τηλεόραση, τα µέσα κοινωνικής δικτύωσης· όπως και πολλές είναι οι διαφωνίες και οι συγκρούσεις, πολιτικές και κοινωνικές, από τις οποίες διαρκώς προκύπτουν νέοι αυθαίρετοι ορισµοί, δεδοµένα πρόδηλα αλλά άδηλα κι άλµατα λογικά εκ καφενείου ορµώµενα. Τι ισχύει όµως στην πραγµατικότητα; Τι σηµαίνει Γυναικοκτονία; Είναι σκόπιµη ή νοµική της αναγνώριση και γιατί; Όλα αυτά τα ερωτήµατα συχνά δέχονται χωλές απαντήσεις, ενώ η µάστιγα των δήθεν επαϊόντων ρίχνει πέπλο κονιορτού που αποπροσανατολίζει. Ας ξεκαθαρίσουµε κάπως την ατµόσφαιρα.

Η διάπλαση της σηµερινής έννοιας της «γυναικοκτονίας», ξεκινά µε την εµφάνισή της στην παγκόσµια δηµόσια σφαίρα, όταν η Αµερικανίδα φεµινίστρια και κοινωνιολόγος Diana E.H. Russell στο Διεθνές Δικαστήριο για τα Εγκλήµατα εναντίον των Γυναικών (International Tribunal on Crimes Against Women) διατύπωσε έναν πρώτο ορισµό. Η γυναικοκτονία ορίστηκε συνοπτικά ως η θανάτωση µιας γυναίκας επειδή είναι γυναίκα. Έκτοτε ο ορισµός έχει συσταλεί, διευρυνθεί και επαναπροσδιοριστεί αρκετές φορές στον πολιτικό διάλογο παρά τις συστηµατικές προσπάθειες να αναγνωριστεί θεσµικά, πράγµα που απαιτεί έναν αυστηρότερο και σαφέστερο καθορισµό. Όλοι οι διεθνείς φορείς όπως ο Παγκόσµιος Οργανισµός Υγείας και το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο για την Ισότητα των Φύλων (European Institute for Gender Equality – EIGE), αλλά και διεθνή κείµενα (π.χ. διακήρυξη της Βιέννης), ορισµένα µάλιστα δεσµευτικά λ.χ. Η σύµβαση της Κωνσταντινούπολης στην οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση προσχώρησε το έτος 2017 (Οδηγία ΕΕ 2024/1385), ενώ η Ελλάδα την επικύρωσε µε τον ν. 4531/2018) , παρά τις διαφορετικές διατυπώσεις και τυποποιήσεις, αναγνωρίζουν το ουσιώδες, ότι ο όρος δεν είναι δηλωτικός απλώς του φύλου του θύµατος, αλλά και του έµφυλου κινήτρου. Αναφέρεται στον ψυχικό κόσµο του δράστη και αγγίζει την ενοχή, εκφράζοντας όµως παράλληλα µια αντικειµενική κοινωνική πραγµατικότητα, την ακραία εκδήλωση της, πανταχού παρούσας στις σχέσεις των ετερόφυλων κοινωνών, έµφυλης βίας. Εποµένως καθίσταται σαφές ότι γυναικοκτονία δεν αποτελεί κάθε δολοφονία µε θύµα γένους θηλυκού, ούτε παρουσιάζει το γυναικείο φύλο ως εν γένει αδύναµο και ευάλωτο, αλλά φανερώνει την µισογυνική διάσταση του εγκλήµατος η οποία θεµελιώνεται σε κοινωνικά, πολιτικά και οικονοµικά παγιωµένες σχέσεις εξουσίας, διαµορφωµένες σε βάθος χρόνου, που ως σύστηµα τοποθετούν καταπιεστικά το γυναικείο φύλο στη θέση του µειονεκτούντος. Οι γυναίκες µε άλλα λόγια, δεν νοούνται ως φύσει θύµατα, αλλά βάσει των υφιστάµενων συνθηκών ως θέσει· ενώ η χρήση της «γυναικοκτονίας» έναντι της «ανθρωποκτονίας» επισηµαίνει το αυτό γεγονός, το παράδοξο της συστηµικά τεθειµένης κοινωνικής ανισότητας µεταξύ οντοτήτων επί τη βάσει έµφυλων γνωρισµάτων (σωµατικών, γεννητικών, κοινωνικών και πολιτισµικών)12 αναγοµένων στον βιολογικό διµορφισµό του ίδιου τους του είδους.

Αυτό ξεκαθαρίζει τα πράγματα, αντικρούοντας απόψεις που θέλουν τον όρο να υποβιβάζει το γυναικείο φύλο ή να στερεί από αυτό την ανθρώπινη υπόσταση. Το αίτηµα της νοµικής αναγνώρισης της «Γυναικοκτονίας» εκκινεί από το γεγονός της αορατότητας του φαινοµένου, καθώς εκείνο εκδηλωνόταν και εκδηλώνεται, κυρίως, στο πλαίσιο των σχέσεων που αφορούσαν την ιδιωτική σφαίρα. Ο θεσµός του Pater Familias συνεχίζει, έως και σήµερα για αρκετούς ανθρώπους, να αποτελεί το πρότυπο της οικογενειακής ιεραρχίας, το οποίο στηριζόµενο σε πάγιες πατριαρχικές αντιλήψεις, παρέχει στο ανδρικό υποκείµενο το δικαίωµα κυριαρχίας επί του γυναικείου, δηµιουργώντας µία δυναµική κτήσεως – κτήτορα, η οποία σαφώς αντικειµενοποιεί το τελευταίο· ενώ αυτή, τουλάχιστον παλαιότερα, αναπαραγόταν υπό καθεστώς κοινωνικής και πολιτειακής ανοχής. Αλλά ακόµα και µετά την θέσπιση του νοµικού πλαισίου για την αντιµετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας (Ν.3500/2006), απ’ όπου προκύπτει η σχέση του θύµατος µε τον δράστη (πρώην/νυν σύντροφος ή σύζυγος, γιος, εγγονός κ.ο.κ.), η ανάδειξη του προβλήµατος παραµένει ελλιπής, καθώς το φαινόµενο δεν εξαντλείται ενδοοικογενειακά αλλά εκτείνεται και σε άλλα πλαίσια έµφυλων σχέσεων πέραν οικογένειας, (π.χ. γυναικοκτονίες µε άγνωστο δράστη και σεξουαλικό κίνητρο) µε αποτέλεσµα να αποκλείονται εµβληµατικές περιπτώσεις όπως της Ελένης Τοπαλούδη και, της Suzanne Eaton.

Με την νοµική αναγνώριση, λοιπόν, θα καθιερωθεί ένας ενιαίος ορισµός στα πλαίσια της εσωτερικής έννοµης τάξης, ο οποίος αφενός δεν θα αφήνει κανένα περιθώριο αµφισβήτησης του φαινοµένου και αφετέρου θα καθορίσει ξεκάθαρες προϋποθέσεις και ποιοτικά στοιχεία για την ένταξη ή µη µιας δολοφονίας στην περίπτωση αυτή, πράγµα που θα ευνοήσει την συστηµατική καταγραφή και άρα την κατανόηση της διαστάσεως του προβλήµατος, καθιστώντας το µετρήσιµο· ενώ παράλληλα το κράτος διαθέτοντας την πλήρη εικόνα θα µπορεί να χαράσσει ακριβέστερα πολιτικές στρατηγικές αντιµετώπισης και να αξιολογεί την αποτελεσµατικότητά τους. Σε επίπεδο Ποινικού Δικαίου η υιοθέτηση του όρου θα συµβολοποιήσει το πολιτειακό εγχείρηµα πάταξης του φαινοµένου και θα εντυπώσει στις συνειδήσεις των κοινωνών, βάσει των θεωριών της γενικής πρόληψης, την ιδιαίτερη απαξία τόσο του ίδιου του κινήτρου όσο και των φαλλοκρατικών αντιλήψεων που το διαµορφώνουν.

Αντεπιχείρηµα αποτελεί ότι η υφιστάµενη εθνική– εσωτερική έννοµη τάξη αρκεί παρέχοντας ήδη τα απαραίτητα εργαλεία για την ορθή ποινική µεταχείριση και αξιολόγηση. Πιο συγκεκριµένα λόγος γίνεται για τα άρθρα 82Α Π.Κ. και 79 Π.Κ. ως τρόποι αναγνώρισης του έµφυλου κινήτρου και συνακολούθως επιβαρυντικής περιστάσεως κατά την επιµέτρηση της ποινής. Με αυτόν τον τρόπο αποφεύγεται ο κίνδυνος του ποινικού πληθωρισµού, µίας εξαντλητικής περιπτωσιολογίας που παραβιάζει την αρχή της επικουρικότητας . Βέβαια τα εργαλεία αυτά εύκολα αποδεικνύονται κάπως ελλιπή. Το άρθρο 82Α µιλά για ταυτότητα ή χαρακτηριστικά φύλου και όχι για το ίδιο το φύλο. Το πρόβληµα είναι ότι η τωρινή διατύπωση φαίνεται να µιλά µάλλον για µια εµφανισιακή ή φυσιογνωµική διάσταση του φύλου, για την υποκειµενική πρόσληψη του γενετικού φαινοτύπου του θύµατος από τον δράστη, ή να εξαρτά την ενεργοποίηση της διάταξης από την αντίληψη του ίδιου του θύµατος για τον εαυτό του. Τοιουτοτρόπως παραγνωρίζεται το γεγονός ότι ο πολιτισµικά και στερεοτυπικά διαµορφωµένος κοινωνικός ρόλος που αποδίδεται σε ορισµένο βιολογικό, από δυαδικής απόψεως, φύλο το τοποθετεί σε ορισµένη θέση εντός των έµφυλων σχέσεων· ειδικότερα της γυναίκας σε θέση υποτακτική και κατώτερη, η οποία «δικαιολογεί» στο νου τον δραστών αυτή της τη µεταχείριση. Το αποτέλεσµα είναι µια δυνάµει επιφανειακή προσέγγιση από τη δικαστική αρχή στην διακριτική ευχέρεια της οποίας υπάγεται η εφαρµογή της διατάξεως. Τέλος, παρόµοιο πρόβληµα εντοπίζεται και στο «ρατσιστικό κίνητρο» του άρθρου 79 Π.Κ. για την αυστηρότερη επιµέτρηση της ποινής, που οµολογουµένως ακούγεται κάπως αόριστο.

Σε µια τελική ανάλυση πρέπει να θιγεί το ζήτηµα του κατά πόσο η αξιοποίηση του ποινικοδικαιϊκού συστήµατος θα ήταν αποτελεσµατική για την αντιµετώπιση του προβλήµατος. Πορίσµατα της κριτικής εγκληµατολογίας και στατιστικών ερευνών, καταδεικνύουν ότι η στροφή στον σκληρό κρατικό µηχανισµό επιβολής των ποινών, όχι µόνον δεν επαρκεί για την αντιµετώπιση των εγκληµατικών «φαινοµένων», αλλά πολλές φορές δεν επιφέρει καµία ουσιαστική µεταβολή. Έτσι, το αίτηµα για την νοµική αναγνώριση της γυναικοκτονίας πολλές φορές µπορεί να παρουσιάζεται ως περιττό ή χειρότερα, ως ένα άσµα αδόµενο από υποστηρικτές ενός εκδικητικού ποινικού λαϊκισµού. Αληθεύει, προφανώς, ότι µια µονοδιάστατη ποινική αντιµετώπιση του προβλήµατος επ’ ουδενί λόγω πρόκειται να επιφέρει ίαση. Αναγκαία είναι η λήψη θετικών µέτρων εντός µίας οργανωµένης πολιτικής στρατηγικής, που θα ξεκινά από την επιµόρφωση και ανταπόκριση των κρατικών αρχών (δικαστικών, εισαγγελικών, αστυνοµικών) µέσω διαµόρφωσης ειδικών πρωτοκόλλων και θα καταλήγει στην συστηµατική εκπαίδευση του κοινωνικού συνόλου.

Ωστόσο, η επιθυµία της αναγνώρισης της «γυναικοκτονίας» δεν πηγάζει από έναν τόπο συµπυκνωµένου άλογου ή ενστικτώδους αρνητικού συναισθηµατισµού, αλλά από µία λογική συνειδητοποίηση κοινωνικών οµάδων, φεµινιστικών οργανώσεων, παγκόσµιων φορέων και οργανισµών κ.α., που δεν µπορεί παρά να προκαλεί δυσαρέσκεια. Πρόκειται για την συνειδητοποίηση ότι η θανάτωση µιας γυναίκας µε έµφυλο κίνητρο, δεν είναι απλώς ένα µεµονωµένο περιστατικό, αλλά συνιστά προϊόν ενός ολόκληρου συστηµικού µηχανισµού που ιεραρχεί τα φύλα και διατηρεί την καθεστηκυία τάξη (status quo) µέσω της κανονικοποιηµένης βίας. Η αναγνώριση δεν αποσκοπεί στην ιεραρχική ανακατανοµή υπέρ των γυναικών, µέσω µίας εµφυλοποίησης της ανθρωποκτονίας που δήθεν θα υπερτιµούσε τη ζωή των γυναικών έναντι των υπολοίπων, αλλά στοχεύει στον κλονισµό της πατριαρχικής ιεραρχίας συνολικά. Ούτε βέβαια ζητά την κατάλυση των αρχών του κράτους δικαίου, για αυτό και εµµένει στη συζήτηση αναπροσαρµόζοντας διαλεκτικά τη φύση της. Άλλωστε η ένταξη στο Ποινικό Δίκαιο ως ιδιώνυµο έγκληµα δεν είναι ο µόνος τρόπος αναγνώρισης του προβλήµατος. Μια εξωποινική νοµοθετική αναγνώριση, όπως έγινε στο Βέλγιο, είναι µια επιλογή που αισιόδοξα θα µπορούσε να οδηγήσει σε µια χρυσή τοµή µεταξύ των αντιφρονούντων. Εν πάση περιπτώσει, όπως κι αν επιλεγεί να γίνει, η επιτακτικότητα της αναγνώρισης, συνοψίζεται στο γεγονός ότι το κράτος φέρει την ύψιστη δικαιοπολιτική ευθύνη για την ολιστικά ισότιµη αντιµετώπιση της ανθρώπινης ζωής, και στα πλαίσια αυτής της ευθύνης υποχρεούται να ακροάται και να συνυπολογίζει ακόµα και την πιο πολεµηµένη οµάδα που τολµά να µιλήσει για ό,τι αποφεύγεται να ειπωθεί, ότι δηλαδή το φαινόµενο των γυναικοκτονιών ερείδεται σε σχέσεις ανισότητας, που το προεκτείνουν στην πραγµατικότητα σε χρόνο πολύ προγενέστερο του εγκληµατικού σχεδιασμού

Μελετήθηκε ο Τόμος της Ελληνικής Ένωσης για τα δικαιώματα του ανθρώπου “Νομική Αναγνώριση των Γυναικοκτονιών-Επιχειρήματα, Αντεπιχειρήματα, Ερωτήματα και Προοπτικές”

Σχετικά άρθρα

Ροή ειδήσεων

Χανιά: Έκτακτες ρυθμίσεις κυκλοφορίας στον ΒΟΑΚ

Ανακοινώνεται, με απόφαση της Διεύθυνσης Αστυνομίας Χανίων, η λήψη...

Νέο στοιχείο στη δικογραφία για τη «μαφία των Χανίων» – Η επίθεση μέσα στο εστιατόριο που κατέγραψε κάμερα

Σοκ προκαλεί βίντεο που περιλαμβάνεται στη δικογραφία για τη...

Ο Όλυμπος πλέον στον κατάλογο της UNESCO – Διεθνής αναγνώριση για τη φυσική και πολιτιστική του αξία

Μια σημαντική διάκριση για την Ελλάδα αποτελεί η ένταξη...

Πάνω από 2,4 δισ. ευρώ σε συντάξεις και επιδόματα έως το τέλος Ιουλίου – Οι ημερομηνίες πληρωμών

Συνολικά 2,49 δισ. ευρώ πρόκειται να διατεθούν από τον...

Δημοφιλής κατηγορίες