Έναν ξεχωριστό αφιέρωμα στον μεγάλο μουσικό του Ψηλορείτη, πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή 17 Ιουλίου 2026 στη φιλόξενη αυλή του Μουσείου Ελληνικών Λαϊκών Μουσικών Οργάνων Φοίβος Ανωγειανάκης στην Πλάκα.
Στο πλαίσιο του θεματικού κύκλου «ΟΙ ΜΟΥΣΙΚΟΙ. Κόμβοι συνοχής, Κρίκοι συνέχειας» (2026-2027) το οποίο στρέφει το ενδιαφέρον του Μουσείου και του κοινού στους μουσικούς που αποτέλεσαν κόμβους συνοχής των κοινοτήτων που εκφράζουν και υπηρετούν, επιλέχθηκαν για τη φετινή χρονιά έξι αναγνωρισμένοι μουσικοί από διαφορετικές μουσικές κοινότητες,
ο Τάκης Μπέτζιος (Τακούλιας), το θρυλικό κλαρίνο του Βοΐου και της Πίνδου,
ο Γιάννης Βάρδας, ο ποιητής του Λασιθίου, ο Στάθης Κουκουλάρης, ο ξακουστός βιολάτορας της Νάξου, ο Φραγκίσκος Τζιωτάκης, ο γλεντιστής της Κύθνου, ο Πετρο-Λούκας Χαλκιάς,
ο άξια επονομαζόμενος «Πατριάρχης» του κλαρίνου.
Τον Αντώνη Ξυλούρη ή Ψαραντώνη τίμησε το Μουσείο Ελληνικών Λαϊκών Μουσικών Οργάνων Φοίβος Ανωγειανάκης με μια συναυλία στην οποία έπαιξαν τα παιδιά του, Νίκη Ξυλούρη, Ψαρονίκη (κρουστά, φωνή), Λάμπης Ξυλούρης, Ψαρολάμπης (μαντολίνο, φωνή) και Γιώργης Ξυλούρης, Ψαρογιώργης (λαούτο, φωνή), και οι στενοί φίλοι και αγαπημένοι συνεργάτες, Ανδρέας Αρβανίτης (λύρα, ασκομαντούρα) και Στέλιος Πετράκης (λύρα).
Για τον μεγάλο μουσικό της Κρήτης, τον ανυπότακτο ήχο του και την ανάγκη του να βαδίζει
με την μουσική του πέρα από τα γνώριμα και την πεπατημένη, μίλησε στην έναρξη της συναυλίας
ο Λουδοβίκος των Ανωγείων, ενώ ιδιαιτέρως συγκινητική ήταν η στιγμή της παράδοσης της λύρας του Ψαραντώνη στο Μουσείο.
Η λύρα του Ψαραντώνη, κατασκευάστηκε στις αρχές τις δεκαετίας του 1980 από τον καλό του φίλο Αντώνη Νεονάκη και τον γιό του, Γιάννη, από την Αγία Φωτεινή Αμαρίου. Το ξύλο της λύρας του Ψαραντώνη είναι ο ασφένδαμος, γνήσιο ξύλο του Ψηλορείτη. Με τη λύρα αυτή, στης οποίας τον καβαλάρη ένα αγρίμι είναι σκαλισμένο για να παρατηρεί, να αναθιβάλλει και να προστατεύει,
ο Ψαραντώνης ηχογράφησε τον θρυλικό δίσκο «Οι Ρίζες μου» (1983, Παραγωγή: Στέλιος Αεράκης).
Την λύρα αυτή, η οικογένειά του Ψαραντώνη αποφάσισε να δωρίσει στο Μουσείο, ευχαριστώντας ιδιαίτερα για την φροντιστική διαμεσολάβηση του για τον σκοπό αυτό τον Στέλιο Πετράκη. Έπειτα από μια σύντομη μουσική στιγμή, αφού έπαιξε με τη λύρα του πατέρα του τον σκοπό μιας σούστας, ο Γιώργης Ξυλούρης, Ψαρογιώργης, ευχαρίστησε εκ μέρους της οικογένειας Ξυλούρη τη λύρα για όλα όσα προσέφερε σε ομορφιά και γνώση στον πατέρα του και παρέδωσε το μουσικό όργανο στο Μουσείο Ελληνικών Μουσικών Λαϊκών Οργάνων Φοίβος Ανωγειανάκης όπου πλέον θα συνεχίσει την δεύτερη ζωή της ως μουσειακό έκθεμα, πλάι στην προθήκη όπου φυλάσσεται και εκτίθεται η λύρα του Νίκου Ξυλούρη.
Μαζί με την λύρα του Ψαραντώνη, κατατέθηκαν άρρητες μνήμες της κοινής τους ζωής.
Στην κατάμεστη αυλή του Μουσείου, το κοινό κράτησε την ανάσα του για μια στιγμή, όπου σίγησαν μέχρι και τα δέντρα. Σιωπή και συγκίνηση. Κι ύστερα, ξέσπασε η μουσική σαν ποθητή καταιγίδα. Με την επιμέλεια του Γιώργη Ξυλούρη, η βραδιά ολοκληρώθηκε με επιλεγμένα κομμάτια που στάθηκαν ορόσημο στην πορεία του Ψαραντώνη από το 1964 μέχρι σήμερα.
Ο Ψαραντώνης (Αντώνης Ξυλούρης) γεννήθηκε στα Ανώγεια της Κρήτης το 1937 και μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον βαθιά δεμένο με η μουσική. Μαζί με τα αδέρφια του, Νίκο Ξυλούρη (Ψαρονίκο) και Γιάννη Ξυλούρη (Ψαρογιάννη), σημάδεψε την ιστορία της μουσικής ζωής της Κρήτης. Αυτοδίδακτος λυράρης, ξεκίνησε να παίζει από πολύ μικρή ηλικία, αρχικά μέσα στην καθημερινότητα της υπαίθρου, τις παρέες, κι έπειτα, στους γάμους, στα γλέντια, στους χορούς. Πολύ γρήγορα, ξεχώρισε για τον ιδιαίτερο τρόπο παιξίματός του και τη χαρακτηριστική του φωνή.
Η μουσική του Ψαραντώνη χαράζει την προσωπική του αφήγηση, ως μια φλέβα που δίνει ρυθμό στην μαντινάδα και μεταπλάθει σε ήχο το βίωμά του. Ήχος εσωτερικός, θυμωμένος, τραχύς, αλλά πάντοτε σημαδεμένος από την ευγενική ματιά με την οποία αντικρύζει και υποκλίνεται σε όλα τα πλάσματα της γης: ο Ψαραντώνης παίζει μουσική για να συνομιλεί με τις αίγες, με τα πρόβατα, τις γάτες, τα πουλιά, τα βρέφη. Παίζει μουσική για να τον ακούν τα δέντρα, σταματά τη λύρα του και το τραγούδι για να τα ακούσει κι εκείνος. Μια δοξαριά του Ψαραντώνη παραδίδεται στον ανοιχτό ουρανό κι άνεμος του απαντάει πίσω μία άλλη.
Όλοι μαζί κάνουμε μουσική: ο Ψαραντώνης, γέννημα της Κρητικής γης και του ουρανού, οικουμενικός και αειθαλής, αρχέγονος και ονειροπλάστης, βρίσκει τη θέση του μέσα στην κουφάλα φιλόξενου δέντρου, στον πολυφωνικό χορό των πουλιών που φωλιάζουν δίπλα του, πλάι στα ζωντανά, στη ρίζα των βουνών, στις μυρωδιές των φύλλων.
Η δισκογραφική του δράση απλώνεται μέσα σε δεκαετίες ηχογραφήσεων,
όπου ο αυτοσχεδιασμός και η στιγμιαία, εκρηκτική έκφραση προσδίδουν χαρακτήρα
στον ήχο του. Στην μεγάλη του πορεία στη μουσική, συνάντησε και συνεργάστηκε
με μουσικούς της κρητικής παράδοσης όσο και με καλλιτέχνες από τη διεθνή μουσική σκηνή,
κι ωστόσο, ο πυρήνας του μουσικού του κόσμου παρέμεινε ακλόνητος, σταθερός:
μια αυθεντική, ενστικτώδης σχέση με τον τόπο του, την Κρήτη, αντανακλάται πάντοτε
στον ήχο του Ψαραντώνη, λες και κοχλάζει η μουσική και ξεβουρβουλά μέσα από την ίδια του την κοιλιά, καυτή σαν ήλιος.
Παίζει με όλο του το σώμα, σαν να πονά, παίζει και αγωνίζεται να γεννηθεί αυτό που διστάζει
να φανερωθεί κι αυτό που στέκεται πάντα πίσω από το ήχο, παίζει για την ψυχή του ανθρώπου, δίχως κομπορρημοσύνες και υπερβολές, δίχως μιμητισμούς και φτιασιδώματα. Παίζει για να ακούσει. Αποζητά τη σιωπή που φανερώνει αρχαίες μουσικές και των ανθρώπων τις απόκρυφες συνδέσεις.
Ο Ψαραντώνης, που τίμησε την παράδοση της κρητικής γης κι αγάπησε τους Πρωτομάστορες της κρητικής μουσικής παράδοσης όσο πολύ αγάπησε τον σφένδαμο του Ψηλορείτη, δεν έπαιζε ποτέ την μουσική με τον ίδιο τρόπο. Δεν δημιούργησε συνεχιστές στον δρόμο του: όπου δεν πάτησε ο ίδιος ξανά, ο δρόμος αυτός χορτάριασε. Γυρίζει το κεφάλι, κοιτάζει το χώμα, χαμηλώνει το βλέμμα και χαιρετά με σεβασμό τα χόρτα.
Τον ευχαριστούν και του υποκλίνονται με σεβασμό κι αυτά.
Γειά σου μεγάλε Ψαραντώνη! Ευχαριστούμε σε.








