Στη νέα δικογραφία οι Αρχές συνέθεσαν ένα πλέγμα στοιχείων: βιντεοληπτικό υλικό από την ημέρα των επεισοδίων, φωτογραφίες που είχαν ληφθεί τη στιγμή που η ομάδα κινήθηκε προς το υποκατάστημα της τράπεζας, παλαιότερο προσωπικό φωτογραφικό υλικό των υπό εξέταση προσώπων, ταυτοποιητικά έγγραφα, υλικό από μέσα κοινωνικής δικτύωσης και, κυρίως, αντικείμενα που εμφανίζονται να φέρουν οι εμπλεκόμενοι σε διαφορετικούς χρόνους και τόπους.
Η υπόθεση της Marfin, παραμένει μία από τις πιο σκοτεινές υποθέσεις της μεταπολιτευτικής περιόδου, όπου τρεις εργαζόμενοι έχασαν τη ζωή τους μέσα στο υποκατάστημα της Σταδίου (μία εξ αυτών έγκυος), όταν ομάδα κουκουλοφόρων αποσπάστηκε από το πλήθος των επεισοδίων και κινήθηκε προς την τράπεζα, έσπασε τη τζαμαρία και έριξε μέσα μολότοφ.

Η επανενεργοποίηση της έρευνας, μετά και το ανώνυμο email που έφτασε στη Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος, έφερε ξανά στο μικροσκόπιο, υλικό που για χρόνια δεν μπορούσε να αξιοποιηθεί επαρκώς.
Το κρίσιμο ήταν τα καρέ από την ημέρα της επίθεσης. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν έρθει στο φως, δημοσιογράφος που βρισκόταν στην οδό Σταδίου φωτογράφισε την ομάδα των κουκουλοφόρων από απέναντι σημείο, καταγράφοντας τη στιγμή που μέρος της αποκόπτεται και κινείται προς τη Marfin. Στις εικόνες αυτές οι Αρχές είχαν αριθμήσει μέλη της ομάδας, επιχειρώντας να χαρτογραφήσουν ποιοι έπαιξαν ρόλο στην επίθεση.
Η εργαστηριακή ανάλυση της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών, που έχει στη διάθεσή του το ΘΕΜΑ, δεν περιορίστηκε στην οπτική σύγκριση φωτογραφιών. Οι πραγματογνώμονες εξέτασαν βιντεοληπτικό υλικό που είχε ληφθεί στις 5 Μαΐου 2010, φωτογραφικά αρχεία, αντίγραφα ταυτοποιητικών εγγράφων, αρχεία από μέσα κοινωνικής δικτύωσης και υλικό που είχε αποθηκευτεί σε ψηφιακούς φορείς.


Η εξέταση ακολούθησε διεθνές πρωτόκολλο συγκριτικής ανάλυσης, με στάδια ανάλυσης, σύγκρισης, αξιολόγησης και επαλήθευσης από εξειδικευμένους εξεταστές.
Το πρώτο επίπεδο της έρευνας ήταν η σύνδεση τριών προσώπων αναφοράς με πραγματικά πρόσωπα. Στην έκθεση αυτά αποτυπώνονται ως «Άτομο 1», «Άτομο 2» και «Άτομο 3». Τα πρόσωπα αυτά αντιπαραβλήθηκαν με φωτογραφίες από ταυτοποιητικά έγγραφα, αρχείο φωτογραφιών σεσημασμένων προσώπων και υλικό από κοινωνικά δίκτυα. Από αυτή τη σύγκριση, η Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών κατέληξε ότι τα τρία πρόσωπα αναφοράς παρουσιάζουν ταύτιση χαρακτηριστικών με τα τρία πρόσωπα που μπήκαν στο στόχαστρο της έρευνας.
Για το «Άτομο Α», η ανάλυση εντόπισε ομοιότητες με το «Άτομο 1» ως προς το εμφανές τμήμα του προσώπου και τον σωματότυπο. Επειδή το κάτω μέρος του προσώπου ήταν καλυμμένο, οι εξεταστές εστίασαν στα ορατά χαρακτηριστικά: τη διάπλαση και τις αναλογίες του σώματος, το ανώτερο τμήμα της μύτης, τη θέση των γυαλιών, αλλά και το καπέλο.

Το πιο ισχυρό στοιχείο για το «Άτομο Α» ήταν το σακίδιο. Σύμφωνα με την εργαστηριακή έκθεση, το σακίδιο που φέρει το «Άτομο Α» την ημέρα της επίθεσης ταυτίζεται σε όλα τα γενικά χαρακτηριστικά του και εμφανίζει τα ίδια ειδικά και επίκτητα (μεταγενέστερα πρόσθετα) χαρακτηριστικά με σακίδιο που είχε καταγραφεί σε προγενέστερο υλικό. Πρόκειται για στοιχείο ιδιαίτερης βαρύτητας, καθώς τα επίκτητα χαρακτηριστικά -φθορές, ιδιαιτερότητες, σημάδια χρήσης, λειτουργούν σαν «δακτυλικό αποτύπωμα» ενός αντικειμένου.
Για το «Άτομο Β», η σύγκριση ήταν πιο σύνθετη ως προς το πρόσωπο, καθώς τα χαρακτηριστικά του εμφανίζονται πλήρως καλυμμένα με χρήση μαντηλιού ή μάσκας. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούσε να γίνει ασφαλής μορφολογική ανάλυση προσώπου. Ωστόσο, η έκθεση εντόπισε ομοιότητες ως προς τον σωματότυπο και τα υποδήματα, ενώ και εδώ το καθοριστικό στοιχείο ήταν το σακίδιο.
Το σακίδιο που φέρει το «Άτομο Β» την ημέρα της επίθεσης ταυτίζεται, σύμφωνα με την έκθεση, με σακίδιο που είχε καταγραφεί σε προγενέστερο υλικό και έφερε μοναδικά επίκτητα χαρακτηριστικά. Επιπλέον, τα υποδήματα που εμφανίζεται να φορά το «Άτομο Β» προσομοιάζουν σε αρκετά γενικά χαρακτηριστικά με υποδήματα που είχαν καταγραφεί στο συγκριτικό υλικό.
Το στοιχείο που δίνει ιδιαίτερο βάρος στη σύνδεση των δύο ανδρών είναι η διασταυρούμενη κατοχή των σακιδίων. Η έκθεση σημειώνει ότι σακίδια με ιδιαίτερα επίκτητα χαρακτηριστικά εμφανίζονται την περίοδο 2008-2010 να φέρονται ή να βρίσκονται πλησίον των «Ατόμων 1» και «2», ενώ την ημέρα της επίθεσης εμφανίζονται στην κατοχή των «Ατόμων Α» και «Β» με διασταυρούμενη αντιστοίχιση.
Δηλαδή, το σακίδιο που είχε συνδεθεί με το ένα πρόσωπο εμφανίζεται στην κατοχή του άλλου στα καρέ της επίθεσης και αντιστρόφως.




Αυτό, κατά την έκθεση, δεν αντιμετωπίζεται ως τυχαίο εύρημα. Η ταυτόχρονη παρουσία των δύο ζευγών προσώπων στον ίδιο χώρο και χρόνο, σε συνδυασμό με τη διασταυρούμενη κατοχή αντικειμένων με μοναδικά χαρακτηριστικά, αξιολογείται ως ισχυρή ένδειξη μη τυχαίας συσχέτισης. Με άλλα λόγια, τα σακίδια δεν λειτουργούν απλώς ως αξεσουάρ· λειτουργούν ως σύνδεσμος ανάμεσα στο παλαιότερο υλικό και στα καρέ της επίθεσης.


Για το «Άτομο Γ», δηλαδή τη 46χρονη γυναίκα που συνελήφθη στο Λονδίνο και που εμφανίζεται στο υλικό, η εργαστηριακή εξέταση ήταν διαφορετικής φύσης. Σε αυτή την περίπτωση δεν εντοπίστηκαν αντικείμενα που να μπορούν να αντιπαραβληθούν με αντίστοιχα αντικείμενα του προσώπου αναφοράς. Έτσι, η σύγκριση περιορίστηκε στα ορατά μορφολογικά χαρακτηριστικά: σωματότυπο, εμφανές τμήμα του προσώπου, μέτωπο, γραμμή μαλλιών και χρώμα μαλλιών.



Η έκθεση καταλήγει ότι το «Άτομο Γ» εμφανίζει ομοιότητες με το «Άτομο 3» ως προς τον σωματότυπο και το ορατό τμήμα του προσώπου και των μαλλιών. Το συμπέρασμα είναι πιο περιορισμένο σε σχέση με τα δύο άλλα πρόσωπα, καθώς δεν ενισχύεται από αντικείμενα όπως σακίδιο, καπέλο ή υποδήματα. Ωστόσο, η σύγκριση με ταυτοποιητικό έγγραφο και υλικό από κοινωνικά δίκτυα είχε προηγουμένως οδηγήσει στην ταύτιση του «Ατόμου 3» με συγκεκριμένο πρόσωπο αναφοράς.

Έτσι, η έρευνα κινήθηκε σε τρεις παράλληλους άξονες. Πρώτον, ταυτοποίησε τα τρία πρόσωπα αναφοράς μέσα από παλαιότερο υλικό και επίσημες ή ψηφιακές πηγές. Δεύτερον, συνέκρινε τα πρόσωπα αυτά με τα άτομα που εμφανίζονται στο υλικό της ημέρας της επίθεσης. Τρίτον, αναζήτησε αντικείμενα με σταθερά ή μοναδικά χαρακτηριστικά που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως συνδετικοί κρίκοι ανάμεσα στα πρόσωπα και τα καρέ της Marfin.
Η μεγάλη διαφορά σε σχέση με παλαιότερες προσπάθειες αξιοποίησης του υλικού είναι ότι αυτή τη φορά η ανάλυση δεν στηρίχθηκε μόνο στην αναγνώριση προσώπων.
Οι κουκούλες, τα μαντήλια και τα καπέλα περιόριζαν δραστικά τη δυνατότητα καθαρής μορφολογικής ταυτοποίησης. Γι’ αυτό οι πραγματογνώμονες έδωσαν ιδιαίτερη βαρύτητα σε όσα δεν μπορούσαν να αλλάξουν εύκολα μέσα στη ροή των γεγονότων: τον σωματότυπο, τη στάση, τα γυαλιά, τα καπέλα, τα παπούτσια και κυρίως τα σακίδια.


Η μεθοδολογία αυτή εξηγεί γιατί η υπόθεση άρχισε να ξεκλειδώνει 16 χρόνια μετά. Δεν ήταν ένα νέο βίντεο που εμφανίστηκε ξαφνικά, αλλά η νέα ανάγνωση παλιού υλικού, με πιο εξειδικευμένη εργαστηριακή επεξεργασία και με διαφορετικό ερευνητικό σημείο εκκίνησης.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και το υλικό του αυτόπτη μάρτυρα δημοσιογράφου, ο οποίος είχε καταγράψει την ομάδα πριν και κατά την επίθεση. Η μαρτυρία του για οργανωμένη ομάδα, για άτομα που έμοιαζαν να φορούν ενιαίο ή διακριτό ρουχισμό, για σακίδια και για συγκεκριμένους ρόλους στο σπάσιμο της τζαμαρίας και στη ρίψη εύφλεκτου υλικού, λειτούργησε ως πλαίσιο μέσα στο οποίο αξιολογήθηκαν τα καρέ.
Σύμφωνα με αυτή τη μαρτυρία, η ομάδα δεν κινήθηκε τυχαία. Μέλη της φέρονται να αποσπάστηκαν από το πλήθος, να πλησίασαν το υποκατάστημα και να ανέλαβαν διακριτούς ρόλους: άλλος μπροστά, άλλος στο σπάσιμο της τζαμαρίας, εν προκειμένω όπως φαίνεται από την ανάλυση των Αρχών, το «Άτομο Α» δηλαδή το «Άτομο 1», άλλος στη ρίψη υγρού και άλλος στη ρίψη αναμμένου αντικειμένου. Η εικόνα αυτή συνδέεται με την εργαστηριακή ανάλυση, καθώς τα αντικείμενα που φέρουν τα πρόσωπα στα καρέ αποκτούν σημασία όχι μόνο για την ταυτοποίηση, αλλά και για την εκτίμηση του ρόλου τους.
Συνολικά, η νέα εικόνα της έρευνας δείχνει ότι οι Αρχές δεν έφτασαν στα τρία πρόσωπα από μία απλή υπόδειξη ή από μία γενική ομοιότητα. Έφτασαν μέσα από συνδυαστική αξιολόγηση: παλιές φωτογραφίες, βίντεο της ημέρας της επίθεσης, αρχεία από ψηφιακούς φορείς, ταυτοποιητικά έγγραφα, υλικό κοινωνικών δικτύων, μορφολογική ανάλυση και αντικείμενα με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.











