Γιατί η Μάρω Κοντού, που έφυγε σήμερα από τη ζωή στα 92 της χρόνια, η Ρένα του Νίκου Σταυρίδη στα «Κίτρινα Γάντια», η Ρίτα του «Αλίμονο στους νέους» που έκανε την ηλικιωμένη καρδιά του Δημήτρη Χορν να σκιρτήσει ξανά, η αγαπημένη του Λάμπρου Κωνσταντάρα στον «Γεροντοκόρο» και στον «Καπετάν Φάντη Μπαστούνη», η Μπιάνκα του Αλέκου Αλεξανδράκη στο μια «Ιταλίδα από την Κυψέλη» και φυσικά η Ελενίτσα του Γιώργου Κωνσταντίνου στο πολυαγαπημένο «Και η δε γυνή να φοβείται τον άνδρα», ήταν η Κυρία της μεγάλης οθόνης. Όπως κυρία με Κ κεφαλαίο υπήρξε πάντα και στην πολύχρονη ζωή της.

Ήταν, πιθανώς, η ορφάνια, ένας πόνος που τη στιγμάτισε από νωρίς καθώς έχασε τον πατέρα της από φυματίωση όταν ήταν μόλις δύο ετών, το μεγάλωμα σε μια αυστηρή γυναικοκρατούμενη οικογένεια με τη μάνα, τη γιαγιά και τη μεγαλύτερη αδελφή, και οι δύσκολες συνθήκες της καθημερινότητας που την ανάγκασαν να μεγαλώσει πρόωρα: «Δεν έχω καθόλου παιδικές αναμνήσεις. Ίσως επειδή στο σπίτι μου επικρατούσε πένθος. Μέχρι τα έξι μου, στο σπίτι μας υπήρχε μεγάλη δυστυχία. Μετά τον θάνατο του πατέρα μου, η μητέρα μου έκανε έναν δεύτερο γάμο. Ήταν ένας εξαιρετικός κύριος, ναυτικός. Στους οκτώ μήνες, τορπίλισαν το πλοίο του και χάθηκε. Πάνω που πήγαινα να αρθρώσω ξανά τη λέξη μπαμπά…» είχε εξομολογηθεί παλαιότερα η ίδια.

Βρήκε όμως διέξοδο από αυτό το σκοτάδι που σκέπαζε τα χρόνια της πρώιμης ζωής της μέσα από τον χορό: «Το ταξίδι με την τέχνη ξεκίνησε όταν 14 ετών, σε έναν χρόνο περίπου, πήρα 11 πόντους και άρχισα να σκύβω και να ντρέπομαι. Χέρια, πόδια μου φαίνονταν μεγάλα, μακριά και η μαμά μου αποφάσισε να με στείλει σε μια σχολή χορού για να ασκηθώ και να φτιάξω το κορμί μου. Εκεί έγινε η μεγάλη αγάπη με τον χορό»
Τη δύσκολη εκείνη εποχή ωστόσο, το ταλέντο δεν είχε καμία αξία καθώς δεν μπορούσε να εξασφαλίσει τα ως προς το ζην. Γι΄ αυτό και όταν κέρδισε υποτροφία για να συνεχίσει τις χορευτικές σπουδές της στη Γερμανία, η μητέρα της τής το ξέκοψε: «Να πας να δουλέψεις στην Εθνική Τράπεζα όπως η αδελφή σου», τής είπε και τήν ανάγκασε να πάρει μέρος στις επερχόμενες εξετάσεις. Εκείνη όμως δεν σκόπευσε να εγκαταλείψει τα θέλω της και τα όνειρά της. Γι΄ αυτό και αντί για τις απαντήσεις έγραψε στο χαρτί των εξετάσεων: «Δεν μ’ ενδιαφέρει να προσληφθώ, με πιέζουν, ευχαριστώ».
Αυτή ήταν η πρώτη, μεγάλη προσωπική της επανάσταση που τής άνοιξε διάπλατα την πόρτα μιας ζωής που θα όριζε η ίδια. Μια επιλογή που θα ακολουθούσε πιστά σε όλη τη διάρκεια του μετέπειτα βίου της καθώς δεν επέτρεψε ποτέ και σε κανέναν να ορίζει τις επιλογές, τη διαδρομή, τη μοίρα της.

Το θεατρικό ξεκίνημα, το σινεμά, και οι σημαντικές συνεργασίες
Το καλλιτεχνικό ντεμπούτο της το έκανε το 1954, στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, συμμετέχοντας στον Χορό του Αρχαίου Δράματος του Εθνικού Θεάτρου όπου εργάστηκε για μια τετραετία έχοντας την ευκαιρία να συνεργαστεί με ιερά τέρατα της υποκριτικής τέχνης όπως ο Αλέξης Μινωτής, η Κατίνα Παξινού και η Άννα Συνοδινού.
Οι οικογενειακές αντιδράσεις βεβαίως συνεχίστηκαν. Η ίδια αναφερόταν συχνά στις συνεντεύξεις της στα σκληρά λόγια που της είπε η γιαγιά της όταν έμαθε πως θα δουλέψει στο θέατρο: «Είπε ότι είμαι ένα πουτανάκι, γύρισε την πλάτη της και πήγε και κλείστηκε στο δωμάτιο της. Αυτό εγώ το έφερνα μαζί μου, βέβαια, πολλά χρόνια»

Παρόλα αυτά δεν πτοήθηκε, συνέχισε. Πήρε το δίπλωμά της με «Άριστα» και βγήκε, δειλά – δειλά, στον επαγγελματικό στίβο. Είχε την τύχη να βρεθεί κατευθείαν στο πλευρό σπουδαίων ηθοποιών ανάμεσα στους οποίους ο Δημήτρης Μυράτ, ο Ντίνος Ηλιόπουλος και ο Δημήτρης Χορν ο οποίος πίστευε πολύ στο ταλέντο της. Εκείνος τής έδωσε το πρώτο μεγάλο ρόλο στο στο «Ρομανσέρο» του Ζακ Ντεβάλ, μαζί του πήγε στη θρυλική «Οδό Ονείρων» του Μάνου Χατζιδάκι όπου ερμήνευσε την υπέροχη «Μαύρη Φορντ».

Κι έπειτα ήρθε ο κινηματογράφος…Η διαδρομή ξεκίνησε με τα «Κίτρινα γάντια», στο πλευρό του Σταυρίδη και συνεχίστηκε με 61 συνολικά ταινίες στις οποίες συνεργάστηκε με όλα σχεδόν τα μεγάλα ονόματα της μεγάλης οθόνης. «Ήταν υπέροχα έργα που δεν τα σνομπάρω καθόλου. Δεν σνομπάρω καθόλου ούτε Τσιφόρο-Βασιλειάδη, ούτε Γιαλαμά-Πρετεντέρη, ούτε Ψαθά. Κάναμε ουρές με αυτά. Ήμουν συνθιασάρχισσα άλλοτε με τον Κωνσταντάρα, άλλοτε με τον Βουτσά ή τον Κωνσταντίνου» έλεγε η ίδια με νόημα.


Και στο θέατρο όμως η παρουσία της ήταν έντονη καθώς συμμετείχε σε 90 παραστάσεις.
Με κάποια διαλείμματα, κυρίως κατά τις περιόδους που ασχολήθηκε με τα κοινά, ως βουλευτής της Ν.Δ και ως δημοτική σύμβουλος στον Δήμο Αθηναίων, η Μάρω Κοντού συνέχιζε να εργάζεται ως ηθοποιός μέχρι το τέλος της ζωής της, συμμετέχοντας σε ταινίες και τηλεοπτικές σειρές. Την αγαπούσε πολύ τη δουλειά της της έδινε ζωή, νόημα, ευχαρίστηση.

Ο έρωτας, γάμοι και το παιδί που δεν ήρθε
Αν και υπήρξε, κατά γενική ομολογία, μια πολύ όμορφη γυναίκα, με πάρα πολλές κατακτήσεις, οι επιλογές συντρόφων που η ίδια έκανε δεν άντεξαν στον χρόνο.

Μεγάλος της έρωτας υπήρξε ο διευθυντής φωτογραφίας της Φίνος Φιλμ Αριστείδης Καρύδης-Φουξ με τον οποίο έκανε και τον πρώτο της γάμο: ««Ο άντρας μου δεν ήταν ούτε όμορφος, ούτε ψηλός, αλλά είχε αυτό το κάτι. Είχε χιούμορ, μόρφωση, τσαχπινιά, παιχνιδιάρης, ήξερε να σε ανάβει και να σε κρατάει. Με κυνήγησε με έξυπνο τρόπο. Ήμουν αρραβωνιασμένη όταν γνώρισα τον Αριστείδη Καρύδη Φουκς, από συνοικέσιο, η μαμά μου με τον κύριο τάδε, εφοπλιστής αυτός, είχαν δώσει λόγο. Ήμουν τότε 22 χρονών. Πέταξα τη βέρα μου όταν φλερτάραμε. Αν παντρευόμουν τον άντρα που είχα αρραβωνιαστεί, τώρα θα ήμουν κυρία… εφοπλιστού, αλλά δεν με ένοιαζε. Πιθανό να τον ξέρετε, αλλά δεν θα πω όνομα, έχει πεθάνει ο άνθρωπος. Με τον Αριστείδη παντρευτήκαμε μετά από δύο χρόνια» είχε εκμυστηρευτεί η ίδια, πριν λίγο καιρό, στην τελευταία της συνέντευξη, στην εκπομπή της Νίκης Λυμπεράκη.
Παλαιότερα, μάλιστα, είχε αναφερθεί και στις απιστίες του τότε συζύγου της με τον οποίο ωστόσο διατήρησαν στενή σχέση μετά το διαζύγιό της.

Η Μάρω Κοντού έκανε έναν ακόμη γάμο, που επίσης διήρκεσε λίγο, με τον με τον διαφημιστή Γιώργο Δόξα: ««Ο δεύτερος γάμος μου ήταν μικρής διάρκειας, ήταν ένα λάθος. Δικό μου λάθος. Ένας αξιόλογος χαριτωμένος άνθρωπος, αλλά ήταν λάθος, δεν έπρεπε εγώ να παντρευτώ, ήταν δική του η πίεση. Παντρευτήκαμε πριν δοκιμαστούμε αν μπορούμε να κάνουμε μαζί» είχε πει η ίδια γι’ αυτή τη σχέση.
Το γεγονός πως δεν κατάφερε να αποκτήσει παιδί, πάντως, το κουβαλούσε, ως μεγάλο βάρος και βαθιά πληγή για πολλά χρόνια: « Ήμουν μια ωραία κοπέλα που με ήθελαν όλοι, αλλά είχα κόμπλεξ που δεν μπορούσα να κάνω παιδί. Το έβλεπα σαν αναπηρία» είχε εξομολογηθεί.

Παρόλα αυτά έκανε πολύ δουλειά με τον εαυτό της, τον κατάλαβε και από ένα σημείο και μετά ζούσε ευτυχισμένη, πλήρης και χωρίς απωθημένα: ««Τα έχω κάνει όλα. Έχω παντρευτεί δύο φορές, έχω ερωτευτεί τρεις φορές. Ο έρωτας ποτέ δεν είναι ίδιος με τον προηγούμενο και τον επόμενο. Την έζησα τη ζωή μου, την χόρτασα. Τώρα ζω ένα άλλο κομμάτι ζωής που δεν είχα προλάβει να ζήσω» έλεγε με χαμογελώντας με ηρεμία τα τελευταία χρόνια και συμπλήρωνε με νόημα αναφερόμενη στο τέλος: ««Ονειρεύομαι να πεθάνω στον ύπνο μου και όσοι αγαπώ να είναι καλά. Δεν θέλω να αρρωστήσω, θέλω να φύγω μια στιγμή, στον ύπνο, στην μπιρίμπα, ή σε ένα χορό επάνω…»
ΠΗΓΗ: PROTOTHEMA.GR











