Με καθυστέρηση περίπου μίας ώρας ξεκίνησε το πρωί της Δευτέρας στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Ηρακλείου η διαδικασία για την υπόθεση του θανάτου του 3χρονου Άγγελου, λόγω της μεταγωγής του κατηγορούμενου από τις φυλακές Αλικαρνασσού. Ο 44χρονος, πρώην σύντροφος της μητέρας του παιδιού, απολογείται ενώπιον της έδρας, με τη δίκη να οδεύει προς την ολοκλήρωσή της.
Μετά την απολογία του αναμένεται η αγόρευση της εισαγγελικής αρχής, οι τοποθετήσεις των συνηγόρων και στη συνέχεια η έκδοση της δικαστικής απόφασης.
Κατά την έναρξη της κατάθεσής του, ο κατηγορούμενος κλήθηκε να αναφερθεί στην προσωπική του πορεία, δηλώνοντας ότι εργαζόταν περιστασιακά σε τεχνικές δουλειές και ζούσε από μεροκάματα. Είπε επίσης ότι είχε προηγηθεί γάμος ο οποίος έληξε το 2021 και ότι μετά τον χωρισμό ανέλαβε την καθημερινή φροντίδα της κόρης του, με τη βοήθεια της οικογένειάς του.
Σε ερωτήσεις για το κοινωνικό του περιβάλλον, περιέγραψε γενικά καλές σχέσεις με τους γείτονες, αν και έκανε λόγο για κάποιες εντάσεις σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Για την οικογένειά του μίλησε θετικά, αναφέροντας ότι μεγάλωσε σε υποστηρικτικό περιβάλλον.
Στη συνέχεια αναφέρθηκε στη γνωριμία του με τη μητέρα του Άγγελου, λέγοντας ότι ήρθαν σε επαφή μέσω διαδικτύου και ανέπτυξαν στενή επικοινωνία με καθημερινές συνομιλίες και βιντεοκλήσεις. Υποστήριξε ότι η σχέση τους εξελίχθηκε γρήγορα και ότι αποφάσισαν να συγκατοικήσουν στην Κρήτη, με στόχο μια νέα αρχή.
Ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι η συμβίωση ξεκίνησε σε θετικό κλίμα και ότι είχε αναλάβει εργασία, ενώ περιέγραψε το παιδί ως ιδιαίτερα αγαπητό και ήρεμο. Ανέφερε ακόμη ότι κοιμόταν χωριστά, στον καναπέ, ώστε να μη διαταράσσεται η σχέση μητέρας και παιδιού.
Κατά την κατάθεσή του έκανε αναφορά σε εντάσεις μεταξύ της μητέρας και της οικογένειάς της, καθώς και σε δύσκολες οικογενειακές συνθήκες που, όπως υποστήριξε, την είχαν οδηγήσει στην απόφαση να μετακομίσει.
Ο κατηγορούμενος περιέγραψε επίσης περιστατικά που, σύμφωνα με τον ίδιο, τον προβλημάτισαν σχετικά με τη συμπεριφορά της μητέρας απέναντι στο παιδί, τα οποία – όπως είπε – τον έκαναν να αποστασιοποιηθεί συναισθηματικά και να ζητήσει τη λήξη της σχέσης τους. Υποστήριξε ότι υπήρξαν εντάσεις μεταξύ της κόρης του και της συντρόφου του, γεγονός που επηρέασε την οικογενειακή ισορροπία.
Σε άλλο σημείο της απολογίας του ανέφερε ότι είχε αναπτύξει καθημερινή επαφή με τον μικρό Άγγελο μέσα από παιχνίδι και κοινές δραστηριότητες, υπογραμμίζοντας ότι ποτέ δεν άσκησε βία σε βάρος του παιδιού. Δήλωσε επίσης ότι δεν είχε παρατηρήσει σημάδια κακοποίησης στο σώμα του.
Επίσης, αναφέρθηκε σε ένα μεμονωμένο ατύχημα που, όπως ισχυρίστηκε, συνέβη κατά τη διάρκεια επίσκεψης του παιδιού στην τουαλέτα, το οποίο προκάλεσε έναν ελαφρύ τραυματισμό.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της απολογίας του, ο 44χρονος αρνήθηκε ότι υπήρξε οποιαδήποτε μορφή κακοποίησης από την πλευρά του, επιμένοντας ότι δεν είχε χτυπήσει ποτέ τον 3χρονο.
Ο κατηγορούμενος 44 ετών, κατά την απολογία του, επανέλαβε ότι ουδέποτε παρατήρησε ενδείξεις κακοποίησης στο σώμα του τρίχρονου παιδιού, υποστηρίζοντας πως οι σχετικές πληροφορίες του έγιναν γνωστές όταν ήδη βρισκόταν κρατούμενος. Όπως ανέφερε, δεν συμμετείχε στις διαδικασίες φροντίδας, καθώς θεωρούσε ότι η αλλαγή και η προσωπική υγιεινή του παιδιού ανήκαν αποκλειστικά στη μητέρα του.
Επέμεινε ότι σε καμία περίπτωση δεν είχε αντιληφθεί με τα ίδια του τα μάτια σημάδια κακομεταχείρισης, επαναλαμβάνοντας πολλές φορές την άρνησή του. Παράλληλα, περιέγραψε ένα μεμονωμένο περιστατικό όπου, σύμφωνα με τον ίδιο, το παιδί τραυματίστηκε όταν έχασε την ισορροπία του στην τουαλέτα και χτύπησε σε προεξέχον αντικείμενο.
Ο ίδιος υποστήριξε ότι δεν έγινε ποτέ μάρτυρας άμεσης βίας από τη μητέρα προς το παιδί, αν και ισχυρίστηκε πως υπήρχαν συμπεριφορές που τον είχαν προβληματίσει.
Σε έντονη στιγμή της διαδικασίας, απευθύνθηκε προς τη μητέρα λέγοντας φράσεις σε υψηλό τόνο, ενώ στη συνέχεια αναφέρθηκε σε παλαιότερο περιστατικό πτώσης του παιδιού από σκάλα, υποστηρίζοντας ότι είχε προειδοποιήσει για μεταφορά του σε νοσοκομείο.
Επιπλέον, ανέφερε ότι είχε εκφράσει υποψίες για πιθανή κακοποίηση, χωρίς όμως να έχει άμεση οπτική επιβεβαίωση. Όπως είπε, είχε ενημερώσει τη μητέρα για πρόθεσή του να απευθυνθεί στις αρχές, κάτι που τελικά δεν συνέβη, καθώς, σύμφωνα με τον ίδιο, δέχθηκε πιέσεις και υποσχέσεις ότι η συμπεριφορά θα άλλαζε.
Ισχυρίστηκε ακόμη ότι η μητέρα είχε παραδεχθεί σε εκείνον περιστατικά χτυπημάτων, τα οποία απέδιδε σε στιγμές έντασης.
Αναφερόμενος στην ανακριτική διαδικασία, δήλωσε πως δεν είχε τη δυνατότητα να καταθέσει πλήρη εικόνα, επικαλούμενος ψυχολογική πίεση και έντονη συναισθηματική φόρτιση.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι κατά το διάστημα της κράτησής του βίωσε δύσκολες συνθήκες, αρνούμενος ωστόσο ότι υπέκυψε σε ομολογία.
Σε ερωτήσεις της έδρας, επανέλαβε κατηγορηματικά ότι δεν άσκησε ποτέ σωματική βία στο παιδί, απορρίπτοντας κάθε σχετική υπόνοια.
Τέλος, υποστήριξε ότι υπήρχαν εντάσεις στη σχέση του ζευγαριού και ότι η μητέρα έδειχνε ζήλια απέναντι στη δική του σχέση με το παιδί, κάτι που όπως είπε, επηρέαζε την καθημερινή τους συμβίωση.










