Η Ελλάδα συνεχίζει να αντιμετωπίζει μια έντονη δημογραφική πίεση, καθώς οι θάνατοι παραμένουν σταθερά περισσότεροι από τις γεννήσεις, ενώ η μείωση του πληθυσμού γίνεται ακόμη πιο εμφανής στην περιφέρεια και ιδιαίτερα σε απομακρυσμένες, ορεινές περιοχές.
Όπως αναφέρει ο διευθυντής του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών, Βύρων Κοτζαμάνης, το ζήτημα δεν είναι καινούριο ούτε συγκυριακό, αλλά έχει βαθιές ρίζες και εξελίσσεται εδώ και δεκαετίες, επηρεάζοντας τόσο το σύνολο της χώρας όσο και τις τοπικές κοινωνίες με διαφορετική ένταση.
Με βάση τα πιο πρόσφατα στοιχεία, η αναλογία γεννήσεων και θανάτων παραμένει ιδιαίτερα ανισορροπημένη, ενώ σε μικρές κοινότητες καταγράφονται ακόμη και χρονιές χωρίς καθόλου νέες γεννήσεις. Ωστόσο, όπως διευκρινίζει, τέτοιες εικόνες δεν αντικατοπτρίζουν πάντα τη συνολική πραγματικότητα, καθώς αφορούν πολύ μικρούς πληθυσμούς.
Η έναρξη της δημογραφικής κάμψης τοποθετείται ήδη από τη δεκαετία του 1980, όταν άρχισε η σταδιακή μείωση των γεννήσεων. Σήμερα, το φαινόμενο δεν εξηγείται μόνο από το γεγονός ότι τα ζευγάρια αποκτούν λιγότερα παιδιά, αλλά και από το ότι έχει περιοριστεί σημαντικά ο πληθυσμός σε αναπαραγωγική ηλικία.
Από τις περίπου 145.000 γεννήσεις ετησίως στις δεκαετίες του ’60 και του ’70, η χώρα έχει φτάσει πλέον σε περίπου 65.000, γεγονός που αποτυπώνει τη μακροχρόνια τάση συρρίκνωσης.
Παράλληλα, έχει αλλάξει και η κοινωνική στάση απέναντι στην οικογένεια, με τον μέσο αριθμό παιδιών ανά ζευγάρι να έχει μειωθεί γύρω στο 1,5, από επίπεδα άνω των δύο παιδιών στο παρελθόν. Σύμφωνα με τον ίδιο, η δημογραφική κάμψη αποτελεί μια διαδικασία που βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη εδώ και πολλές δεκαετίες και συνιστά μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις για το μέλλον της χώρας.
Πηγή: capital.gr








