Σοβαρές επιφυλάξεις εκφράζει ο επιχειρηματικός κόσμος για το νέο πακέτο στήριξης του ενεργειακού κόστους, εκτιμώντας ότι δεν καλύπτει τις αυξανόμενες ανάγκες της βιομηχανίας σε μια περίοδο παρατεταμένων πιέσεων.
Παρά το γεγονός ότι αναγνωρίζεται ως ένα πρώτο βήμα, οι εκπρόσωποι του κλάδου τονίζουν πως οι παρεμβάσεις δεν αντιμετωπίζουν το βασικό πρόβλημα του υψηλού κόστους ενέργειας, αφήνοντας πολλές επιχειρήσεις εκτεθειμένες σε μια ενδεχόμενη νέα κρίση.
Ο πρόεδρος του ΣΕΒ, Σπύρος Θεοδωρόπουλος, υπογράμμισε ότι το ενεργειακό κόστος στην Ελλάδα παραμένει υψηλότερο σε σχέση με άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σημειώνοντας ότι τα μέτρα δεν δίνουν οριστική λύση, αλλά λειτουργούν μόνο συμπληρωματικά.
Ιδιαίτερη κριτική ασκείται στο γεγονός ότι η στήριξη δεν είναι οριζόντια, δημιουργώντας ουσιαστικά ένα σύστημα «δύο ταχυτήτων». Οι μεγάλες ενεργοβόρες επιχειρήσεις επωφελούνται περισσότερο μέσω της αντιστάθμισης CO₂, ενώ η πλειονότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων βλέπει περιορισμένο όφελος.
Από την πλευρά του, ο πρόεδρος της ΕΒΙΚΕΝ, Αντώνης Κοντολέων, επεσήμανε ότι η ενίσχυση υφιστάμενων εργαλείων δεν αρκεί για να καλύψει το σύνολο της βιομηχανίας, τονίζοντας πως η μείωση επιβαρύνσεων, όπως οι ΥΚΩ, δεν αντισταθμίζει τις αυξήσεις στην ενέργεια.
Παράλληλα, η αγορά επισημαίνει καθυστερήσεις στην εφαρμογή προηγούμενων μέτρων, γεγονός που εντείνει την αβεβαιότητα και δυσκολεύει τον προγραμματισμό των επιχειρήσεων.
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται και η ανάγκη αξιοποίησης ευρωπαϊκών εργαλείων, όπως το CISAF, που –σύμφωνα με τη βιομηχανία– θα μπορούσε να προσφέρει πιο ουσιαστική και άμεση στήριξη σε ευρύτερο φάσμα επιχειρήσεων.
Την ίδια στιγμή, το επενδυτικό πρόγραμμα ύψους 200 εκατ. ευρώ για ενεργειακή αποδοτικότητα αξιολογείται με επιφυλάξεις, καθώς οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παραμένουν ασαφείς.
Παρά τις αντιδράσεις, ο διάλογος μεταξύ κυβέρνησης και παραγωγικών φορέων συνεχίζεται, με στόχο τη βελτίωση των μέτρων. Ωστόσο, το βασικό αίτημα της βιομηχανίας παραμένει σαφές: απαιτούνται πιο ουσιαστικές και στοχευμένες παρεμβάσεις, ώστε να διασφαλιστεί η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής παραγωγής σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Πηγή: capital.gr









