Στο συμπέρασμα ότι οι ΗΠΑ ευθύνονται για τη φονική επίθεση με πύραυλο Tomahawk σε δημοτικό σχολείο θηλέων στο Ιράν, καταλήγει η στρατιωτική έρευνα που διεξάγουν οι Αμερικανοί και δεν έχει κλείσει ακόμα, σύμφωνα με όσα αναφέρουν οι New York Times, επικαλούμενοι αξιωματούχους και άλλες πηγές που έχουν ενημερωθεί για τα αρχικά ευρήματα.
Το πλήγμα της 28ης Φεβρουαρίου στο κτίριο του δημοτικού σχολείου Shajarah Tayyebeh ήταν αποτέλεσμα λάθους στον καθορισμό στόχου από τον αμερικανικό στρατό, ο οποίος εκείνη την περίοδο πραγματοποιούσε επιθέσεις σε παρακείμενη ιρανική στρατιωτική βάση, στην οποία ανήκε παλαιότερα το συγκεκριμένο κτίριο. Σύμφωνα με τα προκαταρκτικά πορίσματα της έρευνας, αξιωματικοί της Κεντρικής Διοίκησης των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή (CENTCOM) δημιούργησαν τις συντεταγμένες στόχευσης χρησιμοποιώντας παρωχημένα δεδομένα που είχαν δοθεί από την Υπηρεσία Πληροφοριών Άμυνας.
Πηγές που ενημερώθηκαν για την έρευνα αναφέρουν ότι τα συμπεράσματα είναι ακόμη προκαταρκτικά και ότι παραμένουν σημαντικά ερωτήματα, ιδίως για το γιατί οι παλιές πληροφορίες δεν επαληθεύτηκαν εκ νέου πριν από την επίθεση.
Η επίθεση σε σχολείο γεμάτο παιδιά αναμένεται να καταγραφεί ως ένα από τα πιο σοβαρά μεμονωμένα στρατιωτικά λάθη των τελευταίων δεκαετιών. Ιρανοί αξιωματούχοι έχουν αναφέρει ότι οι νεκροί ανέρχονται τουλάχιστον σε 175 ανθρώπους, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν παιδιά.
Παρότι το γενικό συμπέρασμα της έρευνας θεωρούνταν σε μεγάλο βαθμό αναμενόμενο — καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι η μόνη χώρα στη σύγκρουση που χρησιμοποιεί πυραύλους Tomahawk — το περιστατικό έχει ήδη ρίξει σκιά στη στρατιωτική επιχείρηση των ΗΠΑ στο Ιράν.
Οι προσπάθειες του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να αποφύγει την ευθύνη για το πλήγμα έχουν επίσης περιπλέξει την έρευνα, προκαλώντας ανησυχία σε αξιωματούχους που έχουν εξετάσει τα στοιχεία και τα οποία δείχνουν αμερικανική ευθύνη. Οι πηγές που μίλησαν για την υπόθεση το έκαναν υπό καθεστώς ανωνυμίας, επικαλούμενες τον ευαίσθητο χαρακτήρα της συνεχιζόμενης έρευνας και την προηγούμενη δήλωση του Τραμπ ότι υπεύθυνο για το πλήγμα ήταν το Ιράν και όχι οι Ηνωμένες Πολιτείες.
«Όπως αναγνωρίζει και η ίδια η εφημερίδα The New York Times στο ρεπορτάζ της, η έρευνα βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη», δήλωσε σε ανακοίνωσή της η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου Καρολάιν Λέβιτ.
Πηγές που έχουν ενημερωθεί για την έρευνα σημειώνουν ότι παραμένουν αναπάντητα πολλά ερωτήματα σχετικά με το γιατί χρησιμοποιήθηκαν παρωχημένα στοιχεία και ποιοι αξιωματούχοι δεν επαλήθευσαν τα δεδομένα.
Ωστόσο, το λάθος δεν προκάλεσε έκπληξη σε νυν και πρώην αξιωματούχους.
Το σχολείο, που βρίσκεται στην πόλη Μινάμπ, βρίσκεται στο ίδιο οικοδομικό τετράγωνο με εγκαταστάσεις που χρησιμοποιούνται από το ναυτικό των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης, έναν από τους βασικούς στόχους των αμερικανικών επιθέσεων. Ο χώρος του σχολείου αποτελούσε αρχικά τμήμα της στρατιωτικής βάσης. Σύμφωνα με αξιωματούχους που ενημερώθηκαν για την έρευνα, το κτίριο δεν χρησιμοποιούνταν πάντα ως σχολείο, αν και δεν είναι σαφές πότε ακριβώς ξεκίνησε η λειτουργία του εκεί.
Η «κωδικοποίηση στόχου» που παρείχε η Υπηρεσία Πληροφοριών Άμυνας, η υπηρεσία στρατιωτικών πληροφοριών που συμβάλλει στον εντοπισμό στόχων, χαρακτήριζε το κτίριο του σχολείου ως στρατιωτικό στόχο όταν τα δεδομένα διαβιβάστηκαν στην Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ, σύμφωνα με πηγές που ενημερώθηκαν για τα προκαταρκτικά πορίσματα της έρευνας.
Οι ερευνητές δεν έχουν ακόμη κατανοήσει πλήρως πώς διαβιβάστηκαν τα παρωχημένα δεδομένα στη CENTCOM ή αν η Υπηρεσία Πληροφοριών Άμυνας διέθετε νεότερες πληροφορίες.
Η διαδικασία επιλογής στρατιωτικών στόχων είναι ιδιαίτερα σύνθετη και περιλαμβάνει τη συνεργασία πολλών υπηρεσιών. Πολλοί αξιωματικοί είναι υπεύθυνοι για την επαλήθευση της ακρίβειας των δεδομένων, ενώ οι αξιωματικοί της Κεντρικής Διοίκησης έχουν την ευθύνη να ελέγχουν τις πληροφορίες που λαμβάνουν από την Υπηρεσία Πληροφοριών Άμυνας ή άλλες υπηρεσίες πληροφοριών. Ωστόσο, σε ταχέως εξελισσόμενες καταστάσεις, όπως οι πρώτες ημέρες ενός πολέμου, τα δεδομένα δεν επαληθεύονται πάντα.
Πέρα από την Υπηρεσία Πληροφοριών Άμυνας και την Κεντρική Διοίκηση, οι ερευνητές εξετάζουν και το έργο της Εθνικής Υπηρεσίας Γεωχωρικών Πληροφοριών (National Geospatial-Intelligence Agency – NGA), η οποία παρέχει και αναλύει δορυφορικές εικόνες πιθανών στόχων.
Αμερικανοί αξιωματούχοι επισημαίνουν ότι η έρευνα συνεχίζεται και ότι υπάρχουν ακόμη στοιχεία που πρέπει να εξεταστούν. Αξιωματούχοι της Κεντρικής Διοίκησης αρνήθηκαν να σχολιάσουν, ενώ η Υπηρεσία Πληροφοριών Άμυνας παρέπεμψε τις ερωτήσεις στο Πεντάγωνο, το οποίο επίσης δεν προέβη σε σχόλιο, σημειώνοντας ότι το περιστατικό τελεί υπό διερεύνηση.
ΠΗΓΗ: PROTOTHEMA.GR






