Κρίσιμο είναι το φετινό “στοίχημα” του οικονομικού επιτελείου και ευρύτερα της κυβέρνησης, για την παροχή οικονομικών κινήτρων για την επισκευή και ανακαίνιση παλιών και αχρησιμοποίητων κατοικιών, με την προϋπόθεση αυτές να αξιοποιηθούν μέσω μακροχρόνιων συμφωνιών εκμίσθωσης.
Μάλιστα, τις τελευταίες ημέρες έχει αρχίσει να διαρρέεται και το σενάριο, για τα ακίνητα αυτά να ισχύσει η προϋπόθεση “παγώματος” των αυξήσεων των τιμών των ενοικίων για περίοδο τριών ετών, ένα άτυπο πλαφόν στις αυξήσεις, το οποίο ήδη έχει αρχίσει να πυροδοτεί αντιδράσεις στην αγορά.
Από την άλλη πλευρά, η επιχειρηματολογία περιστρέφεται γύρω από το γεγονός ότι αν η κυβέρνηση επιδοτήσει τέτοιες ανακαινίσεις και ταυτόχρονα παρέχει και απαλλαγή από τον φόρο εισοδήματος από ενοίκια για τα πρώτα τρία χρόνια, τότε είναι λογικό να ζητείται η απαγόρευση αυξήσεων στις τιμές των ενοικίων για την περίοδο αυτή, ή ακόμα και για πέντε χρόνια, καθώς το όφελος των ιδιοκτητών θα είναι ήδη σημαντικό.
Με βάση τα όσα έχουν γίνει γνωστά, το πρόγραμμα θα επιδοτεί μέχρι το 90% της δαπάνης ανακαίνισης, ή ποσό έως 36.000 ευρώ (300 ευρώ/τ.μ.), ενώ επιλέξιμες θα είναι παλιές (προ του 1990) και κλειστές κατοικίες κατά προτεραιότητα, επιφάνειας έως 120 τ.μ.. Θα ισχύουν φυσικά και εισοδηματικά κριτήρια, καθώς ο στόχος του προγράμματος αυτού είναι κυρίως να διευκολυνθούν νοικοκυριά που αδυνατούν οικονομικά να επισκευάσουν τα ακίνητά τους. Έτσι, αναμένονται όρια ετήσιου εισοδήματος 25.000 ευρώ για άγαμους και 35.000 ευρώ για ζευγάρια, προσαυξανόμενο κατά 5.000 ευρώ για κάθε παιδί. Για τις μονογονεϊκές οικογένειες, το ποσό θα αυξάνεται σε 39.000 ευρώ, πλέον 5.000 ευρώ ανά παιδί πέραν του πρώτου. Οι δαπάνες που θα χρηματοδοτούνται θα είναι κυρίως εργασίες ανακαίνισης (σε ποσοστό 80%) και κατά 20% ενεργειακής αναβάθμισης.
Σημειωτέον ότι από τις αρχές του 2025, “τρέχει” και το πρόγραμμα “Αναβαθμίζω το Σπίτι Μου”, επίσης ύψους 400 εκατ. ευρώ. Αυτό επίσης αφορά σε ανακατασκευές και αναβαθμίσεις κατοικιών, χωρίς κάποια προϋπόθεση. Ωστόσο, επειδή αφορά σε άτοκο δανεισμό και όχι επιδότηση, παρουσιάζει μικρή απορρόφηση μέχρι σήμερα. Ειδικότερα, χορηγείται δάνειο από 5.000 έως 25.000 ευρώ, διάρκειας από 3 έως 7 έτη, με στόχο να ωφεληθούν πάνω από 20.000 ενδιαφερόμενοι. Μέχρι σήμερα όμως, το ποσοστό απορρόφησης δεν ξεπερνά το 17,25%, καθώς έχουν υποβληθεί μόλις 3.700 αιτήσεις για συνολικό ποσό 69 εκατ. ευρώ, ή 18.650 ευρώ ανά αίτηση.
Παράλληλα, έχει εγκριθεί η υπαγωγή 20.840 ωφελούμενων πανελλαδικά, των οποίων οι αιτήσεις έχουν συνολική επιδότηση (δέσμευση) 464,9 εκατ. ευρώ και συνολικό επιλέξιμο προϋπολογισμό δαπανών και λοιπών δαπανών 586,7 εκατ. ευρώ, καλύπτοντας τόσο παρεμβάσεις εξοικονόμησης ενέργειας όσο και οι λοιπές δαπάνες που απαιτούνται για την ολοκλήρωση των έργων. Στόχος του προγράμματος είναι η επίτευξη τουλάχιστον 30% εξοικονόμησης ενέργειας για κάθε συμμετέχοντα και η βελτίωση της ενεργειακής κλάσης του σπιτιού κατά τουλάχιστον 3 κατηγορίες.
Σημειώνεται ότι μέσω των προγραμμάτων που έτρεξαν την περίοδο 2019-2024 έχουν υλοποιηθεί εργασίες ενεργειακής αναβάθμισης σε 140.000 ακίνητα. Τα δε κεφάλαια που έχουν δεσμευτεί και διατίθενται σταδιακά μέσω επιδοτήσεων υπολογίζεται ότι προσεγγίζουν τα 2,5 δις ευρώ, υπολογίζοντας και το πρόγραμμα του 2025.
Το κατά πόσο τα παραπάνω προγράμματα θα είναι επαρκή, προκειμένου να τονώσουν την προσφορά κατοικιών προς ενοικίαση, αλλά και να αναβαθμίσουν ενεργειακά το υφιστάμενο απόθεμα κατοικιών, θα φανεί στην πορεία. Στην αγορά, δεν αποκλείουν πάντως, την μεταφορά κεφαλαίων από κάποιο πρόγραμμα, που υποαποδίδει, προς άλλα που καταγράφουν υψηλή ζήτηση. Ωστόσο, για πολλούς, η επιβολή “πλαφόν” στις αυξήσεις των ενοικίων θεωρείται “κόκκινο πανί”, που είναι πιθανό να εκτροχιάσει πλήρως την απόδοση του νέου προγράμματος που θα τεθεί σε ισχύ φέτος για τις αναβαθμίσεις παλιών και κλειστών κατοικιών.
Πηγή: capital.gr
