Ο Σπύρος Δημανόπουλος, διδάκτορας Νεότερης Ιστορίας του Πανεπιστημίου Κρήτης και μέλος του ΔΣ της Εταιρείας Κρητικών Ιστορικών Μελετών, μιλά για τη διαχρονική σύγκρουση μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού συμφέροντος στον κεντρικό αστικό χώρο του Ηρακλείου, με επίκεντρο το Ηρώο και την ευρύτερη περιοχή του οικοπέδου «Μάρκογλου», καθώς και την ιστορική σημασία του χώρου για την κοινωνική και οικονομική ζωή της πόλης.
Καλεσμένος στο studio του ΘΕΜΑτος Κρήτης 103.1 και στην εκπομπή «Πίσω Σελίδες» με τον Μάριο Διονέλλη, παρείχε μια ιστορική αναδρομή στην ένταση γύρω από το Ηρώο και τον περιβάλλοντα χώρο, επισημαίνοντας αρχικά ότι η σημερινή ένταση δεν είναι πρωτόγνωρη για την περιοχή, με συζητήσεις που χρονολογούνται από τις αρχές του 20ού αιώνα.
Όπως είπε, το κύριο ζήτημα δεν ήταν αρχικά το κτίσμα του Ηρώου, αλλά ο χώρος των περίπου πέντε στρεμμάτων που το περιβάλλει, μια έκταση που η δημοτική αρχή από νωρίς προόριζε για δημόσιο χώρο, περίπατο και κοινωνικές συναναστροφές, με συνεχή δενδροφυτεύσεις. Ο χώρος αυτός, στην “καρδιά της πόλης”, αποτελούσε έναν τόπο κοινωνικής αλληλεπίδρασης, το “Νυφοπάζαρο” όπως τον αποκαλούσαν παλιά.
Ο κ. Δημανόπουλος τόνισε ότι η διαμάχη είναι ουσιαστικά μια σύγκρουση για την έννοια του δημόσιου και του ιδιωτικού χώρου στην πόλη του Ηρακλείου, μια συζήτηση που συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Το ίδιο το Ηρώο, που χτίστηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1920, τοποθετήθηκε εκεί “εν είδη” διασφάλισης ότι ο χώρος θα παραμείνει δημόσιος, παρά τους τίτλους ιδιοκτησίας που μεταβιβάζονταν μεταξύ ιδιωτών.
Ο ίδιος μίλησε για δύο περιόδους έντονων συγκρούσεων. Αρχικά αναφέρθηκε στη δεκαετία του 1950, λέγοντας πως μετά τον εμφύλιο, υπήρξε ανάγκη για τόνωση της κοινωνικής συνοχής και οικονομικής προσπάθειας, ιδίως με την επαναλειτουργία των αγορών της σταφίδας και ένα νέο τουριστικό σχέδιο. Το σχέδιο αυτό προέβλεπε την επαφή τουριστών με το λαϊκό στοιχείο σε χώρους κοινωνικής συναναστροφής, καθιστώντας απαραίτητο έναν δημόσιο χώρο στην καρδιά της πόλης. Παρά τις προσπάθειες απαλλοτρίωσης του οικοπέδου, το οποίο εκτιμήθηκε στα 4 δισεκατομμύρια δραχμές (πριν το 1953), το κόστος κρίθηκε απαγορευτικό.
Στη συνέχεια, τη δεκαετία του 1960, τόνισε πως η πόλη άλλαζε με την ανάπτυξη του τουρισμού. Μια δημοτική πλειοψηφία, μαζί με παραγωγικούς φορείς, προωθούσε μια τουριστική ανάπτυξη που δεν θα επέβαλε τον τουρισμό στον δημόσιο χώρο. Μάλιστα είπε πως ένας ομογενής επιχειρηματίας αγόρασε το οικόπεδο και πίεζε να το μετατρέψει σε ξενοδοχείο, προκαλώντας μεγάλες συγκρούσεις, ακόμη και καταγγελίες για δωροδοκίες, ωστόσο το Δημοτικό Συμβούλιο αντιστάθηκε σθεναρά.
Σχετικά με το Ηρώο ως κτίσμα, ο κ. Δημανόπουλος εξήγησε ότι εντασσόταν σε ένα πρόγραμμα της τελευταίας βενιζελικής διακυβέρνησης για την ενίσχυση της εθνικής συνοχής, συνδέοντας την τοπική μινωική ταυτότητα με τους εθνικούς αγώνες. Ωστόσο, στην έρευνά του, διαπίστωσε ότι η τοπική κοινωνία δεν το αγκάλιασε ποτέ ουσιαστικά, πέρα από τους θεσμικούς όρους.
Καταλήγοντας, υπογράμμισε ότι το κτίριο έχει ιστορική αξία, καθώς ενισχύει τη δημόσια μνήμη της πόλης και επεσήμανε πως η συζήτηση δεν πρέπει να περιοριστεί στην “ιερότητα” της ιδιοκτησίας ή του μνημείου, αλλά να επανέλθει στον πυρήνα της διαμάχης για το δημόσιο και το ιδιωτικό.
Κλείνοντας εξέφρασε την προσωπική του άποψη, λέγοντας ότι ένας τέτοιος χώρος στο κέντρο της πόλης πρέπει να είναι δημόσιος και να ανήκει στη συλλογικότητα της πόλης, με σεβασμό, βέβαια, στις θεσμικές διαδικασίες και την αποζημίωση των ιδιοκτητών.
