Όσο προχωράει η συγκομιδή της ελιάς, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Κρήτη, εκφράζονται έντονες ανησυχίες εμπόρων και παραγωγών, για μεγάλες εισαγωγές ελαιολάδου τρίτων χωρών, που στη συνέχεια θα νοθευτούν στην αγορά και θα ελληνοποιηθούν με ό,τι αυτό σημαίνει για τη δημόσια υγεία. Κι αυτό διότι στις χώρες αυτές, οι αγρότες χρησιμοποιούν χημικές ουσίες απαγορευμένες εδώ και τριάντα χρόνια από την Ευρωπαϊκή Ένωση!
Πολύ μεγαλύτερες ποσότητες είχαν αρχικά εκτιμηθεί. Αλλά οι νεότερες εκτιμήσεις κατεβάζουν δραματικά τις ποσότητες, για λόγους όπως οι ζεστοί χειμώνες, οι πολύ υψηλές θερμοκρασίες από νωρίς την άνοιξη που η ελιά ανθίζει, η ανομβρία, η προσβολή του καρπού από τον δάκο, το γλοιοσπόριο και άλλες ασθένειες που «χτυπούν» τα ελαιόδεντρα.
Η Κρήτη αλλά και η χώρα μας, φέτος, δεν θα μπορέσει να καλύψει τις ανάγκες της σε ελαιόλαδο, αφού οι νεότερες προβλέψεις είναι ακόμα χειρότερες σε σχέση με αυτές που γίνονταν πριν ξεκινήσει το λιομάζωμα. Έτσι, θεωρείται πλέον ξεκάθαρο, ότι χωρίς εισαγωγές δεν θα καλυφθούν οι ανάγκες της εγχώριας κατανάλωσης.
Όπως μεταδίδει στο ρεπορτάζ του στο ΘΕΜΑ ΚΡΗΤΗΣ 103,1 ο Χριστόφορος Παπαδάκης, η Κρήτη δεν θα παράγει πάνω από 40 με 50.000 τόνους, ενώ η μείωση στο νησί σε σχέση με πέρυσι θα φτάσει ή και θα ξεπεράσει το 50%. Στα βόρεια τμήματα του νομού Ηρακλείου, εκτιμάται από τους αγροτικούς φορείς, μία μείωση που μπορεί και να φτάσει ακόμα και το 90% σε σχέση με πέρυσι.
Σε όλη την Ελλάδα, με βάση τα νεότερα στοιχεία, δεν αναμένεται η παραγωγή να ξεπεράσει φέτος τους 200.000 τόνους, όταν σε μια νορμάλ χρονιά, ξεπερνούσαμε τους 350.000 τόνους κατά τα τελευταία χρόνια.
Έτσι, η μειωμένη ποσότητα από τη μια και οι εξευτελιστικές τιμές παραγωγού από την άλλη, δημιουργούν συνθήκες φέτος, που δείχνουν πως η χρονιά θα είναι κάτι παραπάνω από δραματική.
Στο Ρέθυμνο για παράδειγμα, η μείωση της παραγωγής είναι πάνω από 30% σε σχέση με πέρυσι, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις αυτές, ενώ μια πρώτη τιμή που έχει κλειστεί προς τον παραγωγό, δεν ξεπερνάει τα 5 ευρώ το κιλό. Την ίδια ώρα, οι εμπλεκόμενοι φορείς εκπέμπουν σήμα κινδύνου για το ορατό ενδεχόμενο των ελληνοποιήσεων. Και φυσικά βάζουν σημαντικά ερωτήματα, αν και κατά πόσο γίνονται έλεγχοι στην αγορά, ή είναι οι μηχανισμοί του κράτους σε μία τέτοια προετοιμασία, ώστε να αποτρέψουν το φαινόμενο.
