Τα αυγά είναι από τις πιο θρεπτικές τροφές: πλούσια σε πρωτεΐνη υψηλής βιολογικής αξίας, βιταμίνες (D, B12), σελήνιο και πολλά ακόμη.
Όμως η πρόσφατη μελέτη του Πανεπιστημίου Αιγαίου και του ΕΚΠΑ που βρήκε PFAS- δηλαδή υπερφθοριωμένες αλκυλιωμένες ουσίες η αλλιώς “αιώνια” χημικά- σε όλα τα δείγματα αυγών που εξετάστηκαν από κοτέτσια σε Σέρρες, Μαγνησία, Βοιωτία, Αττική και Ηλεία (ενώ πάνω από τα μισά αυγά ξεπερνούσαν τα επιτρεπόμενα όρια της Ε.Ε.) έχει εγείρει ανησυχία για την κατανάλωσή τους.
Ο καθηγητής Αναλυτικής Χημείας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Νίκος Θωμαΐδης, μιλώντας στο Πρώτο Πρόγραμμα, εμφανίστηκε καθησυχαστικός. Όπως είπε, “στη συγκεκριμένη μελέτη έχουμε πάρει τυχαία δείγματα από οικόσιτα κοτέτσια σε πέντε σημεία στην Ελλάδα για να δούμε τυχαία τι μπορεί να προσλαμβάνουν οι καταναλωτές και βρήκαμε ότι τα 8 από τα 17 δείγματα που είχαμε, έχουν υπερβεί τη νομοθεσία στο άθροισμα των υπερφθοριωμένων ενώσεων που υπάρχουν. Γι’ αυτό τον λόγο έχει γίνει μια μελέτη η οποία ουσιαστικά διοχετεύεται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή μαζί και με άλλες, οι οποίες γίνονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση, για να δουν πώς μπορούν να ληφθούν περαιτέρω μέτρα για τον περιορισμό αυτών των ενώσεων”.
“Η αλήθεια είναι ωστόσο αυτή η ουσία, μία από αυτές που είναι οι απαγορευμένες, υπάρχει παντού, η PFOS. Αν εμείς τώρα πάμε να δώσουμε αίμα, είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα βρούμε PFOS στον οργανισμό μας” τόνισε.
Τα PFAS (Per- and Polyfluoroalkyl Substances) είναι μια μεγάλη ομάδα συνθετικών ενώσεων που αριθμεί περισσότερες από 4.700 παραλλαγές. Οι ουσίες αυτές έχουν ανθεκτικότητα στη θερμότητα, στο νερό και στα λίπη και για αυτό χρησιμοποιούνται σε καθημερινά προϊόντα: από αντικολλητικά σκεύη και υφάσματα, έως συσκευασίες τροφίμων, καλλυντικά και αφρούς πυρόσβεσης. Ωστόσο, οι χημικοί δεσμοί άνθρακα–φθορίου που περιέχουν καθιστούν τις PFAS εξαιρετικά ανθεκτικές στη διάσπαση. Αυτό σημαίνει ότι δεν αποδομούνται στο περιβάλλον, συσσωρεύονται σε έδαφος και υδάτινα συστήματα και, τελικά, εισέρχονται στην τροφική αλυσίδα.
Η έκθεση του ανθρώπου στις PFAS μπορεί να προκύψει με διάφορους τρόπους: μέσω κατανάλωσης μολυσμένου νερού, από τρόφιμα όπως ψάρια, κρέας, γαλακτοκομικά ή αυγά που έχουν παραχθεί σε περιοχές με αυξημένη ρύπανση, αλλά και από την επαφή με οικιακά και βιομηχανικά προϊόντα που τις περιέχουν. Η παρατεταμένη έκθεση έχει συσχετιστεί με διαταραχές στο ανοσοποιητικό και ενδοκρινικό σύστημα, αυξημένο κίνδυνο για ορισμένες μορφές καρκίνου, αρνητικές επιδράσεις στη χοληστερόλη και τη λειτουργία του ήπατος, καθώς και επιπτώσεις στη γονιμότητα και στην εμβρυϊκή ανάπτυξη.
Όπως σημείωσε ο κ. Θωμαΐδης, “πρέπει να αντιληφθούμε ότι ζούμε σε έναν χημικό κόσμο. Χρησιμοποιούμε καθημερινά πάρα πολλά προϊόντα τα οποία περιέχουν χημικές ουσίες, άλλωστε αυτή είναι και η χρήση τους και η χρησιμότητά τους, έχουν διευκολύνει πολύ τη ζωή μας. Αυτά όμως τα χημικά τώρα που συζητάμε, οι λεγόμενες υπερφθοριωμένες ενώσεις, χρησιμοποιούνται από το 1940. Ήταν συστατικά των τεφλόν, των αντικολλητικών τηγανιών, είναι σε πάρα πολλά προϊόντα καθημερινής χρήσης γιατί είναι επιβραδυντές φλόγας, αντιδιαβρωτικά. Αυτά τα χημικά από τη χρήση τους καταλήγουν στο περιβάλλον”.
“Το τι κυκλοφορεί σε πιστοποιημένα σημεία πώλησης είναι ελεγμένο κατά πλειοψηφία, δειγματοληπτικά πάντα. Δηλαδή, εμείς πήραμε τυχαία δείγματα τα οποία δεν πωλούνται στην ανοιχτή αγορά. Πήγαμε από την πλευρά της περιβαλλοντικής έκθεσης να δούμε. Επομένως, σε γενικές γραμμές αυτό το οποίο πρέπει να πούμε στους καταναλωτές είναι ότι δεν χρειάζεται κανένας λόγος ανησυχίας. Αυτές οι έρευνες θα συνεχίσουν να γίνονται και θα βλέπουν το φως της δημοσιότητας” τόνισε.