Ο επικεφαλής του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA), Φατίχ Μπιρόλ, προειδοποιεί ότι οι επιπτώσεις της ενεργειακής αναταραχής που προκάλεσε ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή ενδέχεται να διαρκέσουν σημαντικά περισσότερο από όσο αρχικά υπολογιζόταν, με την πλήρη αποκατάσταση της παραγωγής να απαιτεί έως και δύο χρόνια.
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι διεθνείς αγορές φαίνεται να υποτιμούν τη σοβαρότητα της κατάστασης, ιδιαίτερα σε περίπτωση παρατεταμένης διακοπής της λειτουργίας στα Στενά του Ορμούζ, ένα από τα πιο κρίσιμα σημεία διέλευσης παγκοσμίως για πετρέλαιο και φυσικό αέριο.
Οι ζημιές στις ενεργειακές υποδομές της περιοχής, σε συνδυασμό με τη διακοπή των ροών, καθιστούν δύσκολη μια άμεση επιστροφή στην κανονικότητα. Ακόμη και αν αποκατασταθεί η ναυσιπλοΐα στα Στενά, η επαναφορά της παραγωγής θα διαφέρει σημαντικά από χώρα σε χώρα, με ορισμένους παραγωγούς να ανακάμπτουν πολύ πιο αργά από άλλους.
Ο IEA επισημαίνει ότι η έλλειψη ροών που καταγράφηκε την άνοιξη έχει ήδη αρχίσει να επηρεάζει τα παγκόσμια αποθέματα και τη σταθερότητα των αγορών ενέργειας.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στα Στενά του Ορμούζ, από τα οποία περνά περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου. Όπως τονίζεται, δεν υπάρχουν εναλλακτικές διαδρομές που να μπορούν να καλύψουν αυτόν τον όγκο μεταφορών.
Ο Οργανισμός αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο νέας ενεργοποίησης στρατηγικών αποθεμάτων, όμως ξεκαθαρίζει ότι τέτοιες παρεμβάσεις μπορούν να προσφέρουν μόνο προσωρινή ανακούφιση και όχι ουσιαστική λύση στο πρόβλημα της προσφοράς.
Ήδη έχει πραγματοποιηθεί η μεγαλύτερη ιστορικά αποδέσμευση αποθεμάτων, με εκατοντάδες εκατομμύρια βαρέλια να ρίχνονται στην αγορά, συμβάλλοντας προσωρινά στη σταθεροποίηση των τιμών. Παρ’ όλα αυτά, η συνολική απώλεια παραγωγής από τη Μέση Ανατολή εξακολουθεί να πιέζει έντονα την αγορά.
Πέρα από το αργό πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, ανησυχία υπάρχει και για τα διυλισμένα καύσιμα, όπως το ντίζελ και η κηροζίνη. Οι περιορισμένες προμήθειες ενδέχεται να επηρεάσουν άμεσα τις αερομεταφορές, τις μεταφορές και τη βιομηχανική παραγωγή, δημιουργώντας κινδύνους για καθυστερήσεις και ελλείψεις στην εφοδιαστική αλυσίδα.
Παράλληλα, οι υψηλές τιμές ενέργειας επιβαρύνουν δυσανάλογα τις πιο αδύναμες οικονομίες, οι οποίες έχουν περιορισμένες δυνατότητες να απορροφήσουν το αυξημένο κόστος, οδηγώντας σε πρόσθετες κοινωνικές και οικονομικές πιέσεις.
Συνολικά, ο IEA εκτιμά ότι η παγκόσμια αγορά ενέργειας εισέρχεται σε μια μακρά περίοδο αστάθειας, όπου οι γεωπολιτικές εξελίξεις θα συνεχίσουν να καθορίζουν την προσφορά, τις τιμές και την ενεργειακή ασφάλεια διεθνώς.
Πηγή: capital.gr







