Ενώ ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή μαίνεται, η παγκόσμια οικονομία εξακολουθεί να κινείται σε αχαρτογράφητα νερά. Τη θέση των αρχικά αισιόδοξων εκτιμήσεων που διακινούσε η Ουάσινγκτον περί πολέμου 1-2 εβδομάδων με συντριβή του Ιράν διαδέχτηκαν ήδη απαισιόδοξα σενάρια για παρατεταμένη σύγκρουση, με διαρκώς επιδεινούμενες οικονομικές, ενεργειακές και εμπορικές παρενέργειες στο παγκόσμιο σύστημα.
Η προσώρας ανθεκτικότητα του Ιράν στις σφοδρές αμερικανικές και ισραηλινές επιθέσεις, παρά τον αποδεκατισμό της θρησκευτικής, στρατιωτικής και πολιτικής ηγεσίας του και η επιλογή αφενός να κλείσει πρακτικά τα Στενά του Ορμούζ και αφετέρου να εμπλέξει στη σύρραξη τις χώρες του Κόλπου -κατά τεκμήριο σύμμαχες των ΗΠΑ- με συνεχή χτυπήματα πετρελαϊκών εγκαταστάσεων, ξενοδοχείων, εμπορικών κέντρων και άλλων πολιτικών στόχων, δημιουργούν σύγχυση και αβεβαιότητα για τη χρονική εξέλιξη του πολέμου, παρά τη στρατιωτική υπεροπλία ΗΠΑ και Ισραήλ. Με θύελλα επιπτώσεων να σαρώνει ήδη την παγκόσμια οικονομία, τις διεθνείς αγορές, καθώς και την ασφάλεια των ενεργειακών οδών και των εφοδιαστικών αλυσίδων.
Σε κατάσταση σοκ
Οι διεθνείς αγορές βρίσκονται σε κατάσταση νευρικού κλονισμού. Μετά το πρώτο σοκ της έναρξης του πολέμου, και αφού πετρέλαιο και φυσικό αέριο έσπασαν ιστορικά ρεκόρ, αντέδρασαν θετικά όταν ο Ντόναλντ Τραμπ διαβεβαίωσε την περασμένη Δευτέρα για ένα κοντινό τέλος με «παράδοση» των Ιρανών. «Ο πόλεμος σχεδόν τελείωσε», είπε και το πετρέλαιο «προσγειώθηκε» στα 87 δολάρια το βαρέλι από τα 119. Αλλά ο πόλεμος δεν τελείωσε, αντιθέτως οι συγκρούσεις εντάθηκαν. Η διάψευση αυτών των προσδοκιών και οι επιθετικές δηλώσεις του πλανητάρχη που ακολούθησαν προκάλεσαν νέα διεθνή αναταραχή. Και το νέο δεδομένο είναι ότι οι αγορές δείχνουν να χάνουν την εμπιστοσύνη τους στα «μηνύματα» του Αμερικανού προέδρου περί «εκδρομής» στο Ιράν και προσπαθούν πλέον εναγωνίως να αποφύγουν νέους σοβαρούς κλυδωνισμούς. Η διαδρομή είναι γνωστή: Ενεργειακή κρίση που οδηγεί σε εφοδιαστική αποδιάρθρωση και σφοδρές πληθωριστικές πιέσεις, πιθανός στασιμοπληθωρισμός, αυξήσεις επιτοκίων άρα ακριβότερο χρήμα για κράτη, επιχειρήσεις, νοικοκυριά, επιβράδυνση οικονομιών, κοινωνική αναστάτωση.
Σε ό,τι αφορά το μέγεθος των συνεπειών του πολέμου στην παγκόσμια οικονομία και τις διάφορες εθνικές, οι ειδικοί αναλυτές θεωρούν πως καθοριστικό ρόλο θα παίξει η διάρκειά του. Ο χρόνος δηλαδή. «Για να δούμε τον αντίκτυπο του πολέμου στην παγκόσμια οικονομία», έγραψε ο γνωστός αναλυτής των «Financial Times» Μάρτιν Γουλφς, «θα πρέπει να περιμένουμε πότε αυτός θα τελειώσει». Αλλά και η ένταση των συγκρούσεων. Που μεταφράζονται σε ζημιές σε πετρελαϊκές εγκαταστάσεις, στα πλοία-μέσα μεταφοράς, σε αγωγούς, στην ακύρωση δηλαδή της ασφάλειας των ενεργειακών πηγών και διαδρομών.
Τα Στενά του Ορμούζ
Οι ειδήσεις -και κυρίως οι εικόνες- από τα Στενά του Ορμούζ λειτουργούν σαν βαρόμετρο για τις αγορές τις τελευταίες ημέρες. Πυροδοτούν τις ανεξέλεγκτες αυξήσεις των τιμών των καυσίμων και των εμπορευμάτων και ανεβοκατεβάζουν τους χρηματιστηριακούς δείκτες, ταρακουνώντας οικονομίες και τα πλάνα των επιχειρήσεων. Η Μέση Ανατολή μετατρέπεται ξανά στην πηγή ενός νέου ενεργειακού κύκλου αστάθειας. Ανέκαθεν το ενδεχόμενο κλείσιμο των Στενών από το Ιράν σε περίπτωση κρίσης θεωρείτο το ύστατο όπλο του, καθώς αφορά το 20%-25% του διακινούμενου πετρελαίου, κυρίως βέβαια προς ανατολάς του Κόλπου. Ποτέ όμως, πέρα από φραστικές απειλές και μικρο-επεισόδια, «δεν πατήθηκε το κουμπί» από την Τεχεράνη. Ούτε το περασμένο καλοκαίρι, όταν στον πόλεμο των 12 ημερών βομβαρδίστηκαν οι πυρηνικές του εγκαταστάσεις. Σήμερα, όμως, καθώς το καθεστώς των μουλάδων συνειδητοποίησε ότι δίνει μάχη επιβίωσης, ο ασκός του Αιόλου άνοιξε.
Η παράταση του ελέγχου/της διακοπής των διελεύσεων από τους Ιρανούς είναι άγνωστης διάρκειας. Η αγωνία κορυφώνεται, καθώς το αν και πότε το Αμερικανικό Ναυτικό ή άλλες ειδικές δυνάμεις των ΗΠΑ θα καταφέρουν να εξουδετερώσουν πλην των φανερών και τους κρυφούς στολίσκους της ιρανικής πλευράς (ακόμα και ταχύπλοα, αλιευτικά ή και… τζετ σκι που ποντίζουν νάρκες) παραμένει μετέωρο. Οι δε παραινέσεις του Τραμπ προς τους ιδιοκτήτες των τάνκερ να επιχειρούν τον διάπλου των Στενών παρά τους κινδύνους, προφανώς και δεν βρίσκει ευήκοα ώτα. Ούτε φυσικά οι προχθεσινές αναφορές του υπουργού Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ για το ότι «μόλις καταστεί στρατιωτικά εφικτό, το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ, ίσως μαζί με έναν διεθνή συνασπισμό, θα συνοδεύει τα πλοία» που περνούν από τα Στενά του Ορμούζ, καθησύχασαν τη ναυτιλιακή κοινότητα, πόσο μάλλον τις αγορές. Η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου Καρολάιν Λέβιτ και ο υπουργός Ενέργειας Κρις Ράιτ υποστήριξαν ότι οι διαταραχές στις τιμές των καυσίμων είναι προσωρινές, όπως και η διακοπή της μεταφοράς στα Στενά. Ωστόσο, πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι οι διαταραχές στην προσφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου θα αποδειχθούν επίμονες, ακόμη και μετά τη λήξη του πολέμου. Αλλωστε, ούτε οι εγκαταστάσεις που επλήγησαν στην περιοχή, ειδικά στο Κατάρ και το Μπαχρέιν, μπορούν να ξαναλειτουργήσουν ομαλά με το πάτημα ενός κουμπιού.
«Η συσσώρευση δεξαμενόπλοιων και στις δύο πλευρές των Στενών του Ορμούζ είναι τέτοια που θα χρειαστούν τουλάχιστον εβδομάδες για την αποκατάσταση της κυκλοφορίας. Οι ζημιές στις υποδομές και τη διακοπή της παραγωγής, σημαίνει ότι θα χρειαστεί πολύς χρόνος μέχρι να επανέλθουν οι αγορές ενέργειας στο φυσιολογικό», ανέφερε ο Ρόρι Τζόνστον, αναλυτής πετρελαίου, στο αμερικανικό CBS. Προσθέτοντας ότι «ακόμη κι αν η σύγκρουση τερματιζόταν σήμερα και τα δεξαμενόπλοια επανέρχονταν στο 100% της ροής του Ορμούζ, θα χρειάζονταν μήνες για να επανέλθει η κατάσταση σε κάτι που να μοιάζει με κανονικότητα».
Καθώς όμως στις αγορές η διαπραγμάτευση αφορά τις μελλοντικές τιμές (τα futures-συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης), αν η σύγκρουση τερματιστεί γρήγορα, οι τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου ενδέχεται να υποχωρήσουν άμεσα, ακόμα και αν η αποκατάσταση των πραγματικών αποθεμάτων διαρκέσει περισσότερο. Αλλά η πρόθεση, από τη μία, του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας και της αμερικανικής κυβέρνησης, από την άλλη, να αποδεσμεύσουν εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου από τα στρατηγικά εκατέρωθεν αποθέματά τους μόνο ως καλός οιωνός δεν μπορεί να ερμηνευθεί.
Οι ψηφιακοί διάδρομοι
Και σε όλα αυτά δεν συνυπολογίζεται το ενδεχόμενο πέραν των Στενών του Ορμούζ, οι «αντιπρόσωποι» του Ιράν, οι Χούθι, να αναλάβουν δράση και να επιτεθούν στα πλοία που διέρχονται από το στενό Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, που συνδέει την Ερυθρά Θάλασσα με τον κόλπο του Αντεν και τον Ινδικό Ωκεανό. Ενα στρατηγικό, κομβικό σημείο μεταξύ Υεμένης – Τζιμπουτί, μέσω του οποίου περνάει σχεδόν όλο το ναυτιλιακό εμπόριο μεταξύ Ευρώπης και Ασίας. Ανώτερος Ιρανός στρατιωτικός αξιωματούχος προειδοποίησε προχθές μέσω του Al Jazeera ότι η Τεχεράνη θα μπορούσε να επεκτείνει τις επιχειρήσεις της και σε μια δεύτερη στρατηγικής σημασίας θαλάσσια δίοδο, το εν λόγω Στενό, που αποκαλείται και «Πύλες των Δακρύων». Επιθέσεις εναντίον των διερχόμενων πλοίων θα αναγκάσουν πολλά εξ αυτών να αλλάξουν πορεία. Και δεδομένα να βάλουν σφραγίδα στα σενάρια ολοκληρωτικού χάους στην ενέργεια και τη διεθνή ναυσιπλοΐα.
Μια άλλη, λιγότερο ορατή, διάσταση αφορά την τύχη των καλωδίων οπτικών ινών που έχουν ποντιστεί στα Στενά του Ορμούζ και την Ερυθρά Θάλασσα, που είναι τα δύο κρισιμότερα γεωγραφικά σημεία της περιοχής και για τον κλάδο των data. «Περιλαμβάνονται μεταξύ των πλέον κρίσιμων ψηφιακών διαδρόμων στον κόσμο. Είναι ζωτικής σημασίας για τη σύνδεση με το Διαδίκτυο τμημάτων της Ευρώπης και της Ασίας. Η σημασία τους για τη διεθνή συνδεσιμότητα αποδείχτηκε το 2024, όταν τέσσερα μεγάλα υποθαλάσσια καλώδια της Ερυθράς Θάλασσας υπέστησαν ζημιές από επιθέσεις ανταρτών Χούθι. Τότε διακόπηκε περίπου το 1/4 της κίνησης δεδομένων μεταξύ Ευρώπης και Ασίας. Παρόλο που τα δεδομένα ανακατευθύνθηκαν γρήγορα, χρειάστηκαν μήνες για την πλήρη αποκατάσταση των καλωδίων», σημειώνεται σε ρεπορτάζ των «New York Times».
Οι πρώτες ορατές επιπτώσεις
Κίνα, Ινδία, Ιαπωνία και Νότια Κορέα εξαρτώνται σε σημαντικό βαθμό από το πετρέλαιο που διέρχεται από τα Στενά του Ορμούζ. Για την Ινδία κάθε αύξηση 10 δολαρίων/βαρέλι προσθέτει περί τα 15 δισ. δολάρια στις δαπάνες των εισαγωγών της. Συγχρόνως, οι μεγάλες ναυτιλιακές εταιρείες έχουν ήδη αναπροσαρμόσει δρομολόγια και χρεώσεις, με αποτέλεσμα οι καθυστερήσεις να επιβαρύνουν τις αλυσίδες εφοδιασμού και να αυξάνουν τις τιμές των εισαγόμενων αγαθών. Η απειλή ανατιμήσεων σε τρόφιμα και λιπάσματα είναι ορατή, καθώς το ενεργειακό κόστος επηρεάζει την παραγωγή τους. Ολα αυτά είναι προεόρτια μιας γενικότερης αναταραχής. Οι παρενέργειες κυρίως στον τουρισμό της περιοχής αλλά και στις άλλες επιμέρους αγορές θα ακολουθήσουν. Το πρόβλημα είναι ότι πλειάδα χωρών, με πρώτες αυτές της Ευρωπαϊκής Ενωσης, θα κινδυνεύσουν να βρεθούν αντιμέτωπες με ένα νέο σοκ, τη στιγμή που προσπαθούν ακόμη να αφήσουν πίσω τους τις αλλεπάλληλες κρίσεις που βίωσαν την τελευταία εξαετία. Αρχής γενομένης από την πανδημική κρίση του 2020 και την παγκόσμια ύφεση που προκάλεσε, την ενεργειακή, που ακολούθησε το 2022 εξαιτίας της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία και που προκάλεσε σφοδρό πληθωριστικό κύμα, συνακόλουθα κρίση επιτοκίων και δανεισμού.
Σε ένα τέτοιο σενάριο, η πορεία των τιμών της ενέργειας, των επιτοκίων και της κατανάλωσης θα επηρεάσει τον ρυθμό ανάπτυξης της ευρωπαϊκής οικονομίας, αλλά και την ανθεκτικότητα χωρών, όπως ακόμα και η Ελλάδα, που, αν και από τις πλέον θωρακισμένες οικονομίες της Ευρωζώνης, παραμένει εκτεθειμένη στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις.
Το πρόβλημα είναι ότι αυτή τη φορά μια τέτοια κρίση θα βρει την Ευρώπη χωρίς την αρωγή του Ταμείου Ανάκαμψης που ολοκληρώνεται φέτος, με ήδη δεσμευμένους πόρους, τον πληθωρισμό να υποχωρεί με αργούς ρυθμούς, την ανάπτυξή της ισχνή και την ανταγωνιστικότητά της προβληματική. Βεβαίως, η εργαλειοθήκη μέτρων στήριξης των οικονομιών είναι «παρά πόδα», όπως δήλωσαν μετά το πρόσφατο Eurogroup ο Ελληνας πρόεδρός του Κυριάκος Πιερρακάκης και ο επίτροπος Οικονομίας Βάλντις Ντομπρόβσκις. Ο τελευταίος πάντως προειδοποίησε ξεκάθαρα για το ότι «μια περαιτέρω κλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να οδηγήσει σε σοκ στασιμότητας την ευρωπαϊκή οικονομία».
Σενάρια τρόμου
Για τα πιο δυσοίωνα σενάρια υπάρχουν αναλύσεις τρόμου. Ο ανώτερος παγκόσμιος στρατηγικός αναλυτής της πολυεθνικής τράπεζας Rabobank Μάικλ Εβερι πιστεύει ότι ένας κρίσιμος αριθμός επενδυτών αρχίζει να συνειδητοποιεί ότι ο πόλεμος συνιστά μια «πολύ τρομακτική απειλή» για την παγκόσμια οικονομία. Και προειδοποιεί ότι «η κατάσταση αρχίζει να μοιάζει με έναν πιθανό συνδυασμό τριών προηγούμενων μεγάλων κρίσεων: το σοκ της πετρελαϊκής κρίσης του 1973, το σοκ στις εφοδιαστικές αλυσίδες λόγω του COVID το 2020-21 και το σοκ στις αγορές βασικών εμπορευμάτων (commodities) το 2022, με την έναρξη του πολέμου Ρωσίας – Ουκρανίας». Και όσο παρατείνεται η σύγκρουση, αυξάνονται εκθετικά οι κίνδυνοι.
Τις απόψεις του συμμερίζονται κι άλλοι έγκριτοι αναλυτές. Αλλά το χειρότερο είναι ότι το στίγμα υψηλού κινδύνου δόθηκε από την επικεφαλής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, που, μιλώντας σε οικονομικό συμπόσιο στο Τόκιο, προειδοποίησε για είσοδο της παγκόσμιας οικονομίας σε ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας και ως εκ τούτου ότι «πρέπει να σκεφτούμε ακόμη και το αδιανόητο και να προετοιμαστούμε γι’ αυτό».
Από εκεί και πέρα, υπάρχουν και άλλες επιπτώσεις. Το τοπίο στον Κόλπο δεν πρόκειται να είναι ποτέ ξανά το ίδιο. Οι σχέσεις των Εμιράτων με το Ιράν έγιναν πλέον εχθρικές, αλλά είναι βέβαιο ότι πολλά θα αλλάξουν και σε ό,τι αφορά τις αντίστοιχες με τις ΗΠΑ. Το παραδοσιακό δούναι και λαβείν μεταξύ τους περιλάμβανε προσφορά χρήματος και ενέργειας από πλευράς τους και παροχής μιας ομπρέλας ασφάλειας από τις ΗΠΑ, η οποία όμως αποδείχτηκε ανεπαρκής. Η δυσαρέσκεια είναι μεγάλη, ιδίως στην επιχειρηματική τάξη, καθώς το μοντέλο πλούτου και ευμάρειας που πλάσαραν διεθνώς για επιχειρηματικούς αλλά και τουριστικούς λόγους, συνετρίβη. Τα στρατηγικά διλήμματα της επόμενης μέρας για τις χώρες του Κόλπου θα είναι τεράστια.
Παράλληλα, στις ίδιες χώρες διακυβεύονται αυτή την περίοδο επενδύσεις πολλών δισ. δολαρίων στην Τεχνητή Νοημοσύνη. Τεχνολογικοί γίγαντες όπως η Nvidia, η Microsoft και η Oracle επένδυσαν τεράστια κεφάλαια για την ανέγερση εγκαταστάσεων μεγάλης κλίμακας, όπως είναι τα κέντρα δεδομένων -εγκαταστάσεις ιδιαίτερα ενεργοβόρες-, καθώς εκεί η ενέργεια είναι πάμφθηνη, αλλά «βλέπουν» τώρα να είναι στο έλεος των πάμφθηνων ιρανικών drones.
Πηγή: newmoney.gr








