Συνεχείς μεταβολές καταγράφονται στις εκτιμήσεις των αγορών σχετικά με την πορεία των επιτοκίων της Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, καθώς οι τελευταίες εξελίξεις επηρεάζουν σημαντικά τις προσδοκίες. Η πρόσφατη αποκλιμάκωση της έντασης φαίνεται να απομακρύνει το ενδεχόμενο άμεσης αύξησης μέσα στον Απρίλιο, μεταφέροντας το ενδιαφέρον για τον Ιούνιο.
Οι περισσότερες αναλύσεις συγκλίνουν πλέον στο σενάριο μιας πρώτης αύξησης της τάξης του 0,25% στη συνεδρίαση του Ιουνίου. Ωστόσο, η συνέχεια παραμένει ασαφής, καθώς οι αγορές εμφανίζονται διχασμένες ως προς το αν θα ακολουθήσει και δεύτερη κίνηση μέσα στο καλοκαίρι.
Ο Ιούλιος θεωρείται κομβικός μήνας για την επόμενη απόφαση. Τα διαθέσιμα δεδομένα δείχνουν σχεδόν ισορροπία μεταξύ όσων προβλέπουν νέα αύξηση και όσων εκτιμούν ότι τα επιτόκια θα παραμείνουν αμετάβλητα. Αν δεν υπάρξει δεύτερη αύξηση τότε, οι πιθανότητες για περαιτέρω παρεμβάσεις φαίνεται να μειώνονται αισθητά για το υπόλοιπο έτος.
Τα εργαλεία παρακολούθησης των αγορών, όπως το ECB Watch Tool και η πλατφόρμα Polymarket, καταγράφουν παρόμοια εικόνα: περιορισμένες πιθανότητες για αύξηση τον Απρίλιο και σαφή μετατόπιση των προσδοκιών προς τον Ιούνιο. Για τον Ιούλιο, τα σενάρια παραμένουν μοιρασμένα, χωρίς ξεκάθαρη τάση.
Σε ό,τι αφορά τις μετέπειτα συνεδριάσεις, οι πιθανότητες για νέες αυξήσεις εμφανίζονται ακόμη πιο χαμηλές, ενισχύοντας την εκτίμηση ότι αν υπάρξει δεύτερη κίνηση, αυτή θα πραγματοποιηθεί νωρίς και όχι προς το τέλος του έτους.
Παράλληλα, οι μεγάλες επενδυτικές τράπεζες προσαρμόζουν τις προβλέψεις τους. Η ING θεωρεί πιθανή την πρώτη αύξηση τον Ιούνιο, επισημαίνοντας ότι η νομισματική πολιτική αυτή την περίοδο εστιάζει κυρίως στη διαχείριση των προσδοκιών. Η Goldman Sachs έχει επίσης μεταθέσει χρονικά την πρώτη κίνηση για τον ίδιο μήνα, εγκαταλείποντας το σενάριο του Απριλίου. Από την άλλη πλευρά, η Nordea διατηρεί πιο επιθετική στάση, εκτιμώντας ότι θα υπάρξει σειρά αυξήσεων, ανεξαρτήτως των εξελίξεων.
Συνολικά, το τοπίο παραμένει ρευστό, με τις αποφάσεις της ΕΚΤ να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τα επόμενα οικονομικά δεδομένα και τη διεθνή συγκυρία.
Πηγή: capital.gr







