Ανοίγει μια λεπτή ρωγμή στον χρόνο κάθε άνοιξη, μέσα από την οποία το Φως επιλέγει να υποχωρήσει εκούσια «εν σκοτεινοίς», καθώς η φύση οργιάζει γύρω από έναν άδειο σταυρό κι η γη μυρίζει νιότη και θάνατο.
Μέσα σ’ αυτήν την ατμόσφαιρα, η ακολουθία του Επιταφίου οδηγεί την κατ’ Ανατολάς παράδοση ν’ αναζητά τα ανθρώπινα όρια στο χείλος του αβυσσαλέου πόνου. Απόψε, η νύχτα διπλασιάζεται στο πένθιμο φως των κεριών πάνω απ’ το νοτισμένο χώμα. Ήταν, άλλωστε, ο Άγιος Επιφάνιος Κύπρου που συνέλαβε τον παλμό αυτής της φρικτής και παράδοξης εσπέρας, διερωτώμενος «Τι τούτο; Σήμερον σιγή πολλή εν τη γη, σιγή πολλὴ και ηρεμία λοιπόν, ότι ο Βασιλεύς υπνοί». Οι κραυγές του Μαρτυρίου κατακάθισαν σε μίαν ορυκτή ακινησία. Ο τάφος απλώνει τη δική του άτεγκτη γεωμετρία κι οι συνοδοιπόροι αφήνονται στη σκιά ενός κόσμου που μόλις έχασε το κέντρο του.
Η σκέψη μας πασχίζει ανέκαθεν να εξημερώσει το άγνωστο κατασκευάζοντας νοητά οχυρά. Πλάθουμε εσχατολογικά οράματα και συνεκτικά φιλοσοφικά συστήματα, προκειμένου ν’ αντέξουμε το βάρος της θνητότητας, πιστεύοντας πως η Ιστορία διαθέτει εγγενή σκοπό. Το σκοτάδι της συγκεκριμένης νύχτας κατεδαφίζει σαρωτικά αυτά τα καταφύγια. Ο πυρήνας των πρώτων πιστών βίωσε την ολοκληρωτική διάψευση κάθε προσδοκίας, καθώς η νικηφόρος πορεία προς τη λύτρωση συνετρίβη πάνω στον βράχο του Γολγοθά. Εκείνην τη στιγμή, η βεβαιότητα παραχώρησε τη θέση της σ’ έναν πρωτόγονο, εντελώς σωματικό τρόμο. «Πέπαυται τόλμα Μαθητών». Το ιστορικό γίγνεσθαι αρνήθηκε να υπακούσει στην υπόσχεση της Σωτηρίας, συνθλίβοντας το όραμα κι επιτρέποντας στον φόβο της εγκατάλειψης να κυριαρχήσει ανεμπόδιστος.
Κάπου ανάμεσα στο Σώμα και τον Τάφο χωράει ολόκληρη η θλίψη του κόσμου. Ο υμνωδός μεταβολίζει το μέγα χωρικό αίνιγμα και το τρέπει σε θρήνο. Κλαίει τον Δημιουργό των αστερισμών, που δέχεται να μικρύνει ως την ασφυξία του χώματος. Σαν να εκδικείται η ύλη το άπειρο, κι ο Αχώρητος να χωρά στην ελάχιστη σχισμή ενός τάφου· «συστείλαί σε, τον αχώρητον εν μνήματι σμικρώ». Οι μαθητές βρέθηκαν ξαφνικά εγκλωβισμένοι ανάμεσα σε δύο αντίρροπες δυνάμεις. Στη μία πλευρά, στεκόταν η νωπή ανάμνηση των θαυμάτων, η ζωντανή, ακόμα, ηχώ της διδασκαλίας, που υποσχόταν την υπέρβαση της φθοράς. Στην άλλη πλευρά, ορθωνόταν ο παγωμένος όγκος της απώλειας με τον Λόγο λάφυρο στα χέρια της φθοράς. Το άρτιο κάλλος κειτόταν ολότελα ξένο προς τη ζωή. Κι όσο η συνείδηση ζητούσε πέρασμα τόσο το κενό άνοιγε την ανέκφραστη έκτασή του κι έμενε εκεί, άθικτο. Το σκοτάδι απαιτούσε να βιωθεί στην ολότητά του, δίχως καμίαν εγγύηση για την αυριανή ημέρα.
Όταν το φως υποχωρεί, τα όρια των πραγμάτων διαλύονται κι η όραση χάνει τη συνήθη ευκρίνειά της, αναγκάζοντας τον νου να πλάθει σκιές. Η κάθοδος στον Άδη συνεπάγεται την απώλεια κάθε ελέγχου, την πλήρη παραίτηση από κάθε αξίωση ισχύος απέναντι στο άγνωστο. Στον κλειστό χώρο του μνημείου, η ύπαρξη στερείται τα συνήθη ερείσματά της. Η εκκλησιαστική ποίηση, αντιλαμβανόμενη το βάρος αυτού του υπαρξιακού μετεωρισμού, μεταφέρει τη θεολογία στο εμπειρικό επίπεδο του μητρικού σπαραγμού. Το μοιρολόι για το γλυκύ έαρ, τη γλυκιά άνοιξη, η οποία βασιλεύει πια κάτω από το χώμα, γειώνει το θείο δράμα στο μέτρο του ανθρώπου. Αναγκάζει το άτομο να αισθανθεί την ευθραυστότητά του απέναντι στην τεράστια, ανεξερεύνητη σιωπή του σύμπαντος.
Ο νεωτερικός κόσμος ζει μέσα στην ευμένεια της αδιάκοπης προόδου, εξορίζοντας συστηματικά το πένθος απ’ όλες τις πτυχές του βίου, προκειμένου ν’ αποφύγει την επαφή με το τραύμα. Η παράδοση της Μεγάλης Παρασκευής, στον αντίποδα αυτής της τακτικής, επιβάλλει την άφοβη σπουδή στην οδύνη. Αξιώνει σεβασμό απέναντι στη θνητότητα, επιτρέποντας στον πόνο να αναπνεύσει χωρίς εφήμερα, παυσίπονα αφηγήματα. Η σιγή της επιτάφιας νύχτας αισθητοποιείται ως διαρκής μνημείωση της ανθρώπινης περατότητας. Τα χέρια, που θα σηκώσουν τον λίθο, είναι ακόμη τυλιγμένα σε σάβανα. Όμως, η γη διψά στο κατώφλι του μνήματος. Ακούμε ήδη τον χτύπο από το πέλμα του Θεού, που περπατά στα σκοτεινά, αναζητώντας πέρασμα προς το φως· «Ναι έρχομαι ταχύ. Αμήν, ναι έρχου, Κύριε Ιησού».
(*) Ο Ευστάθιος Λιανός Λιάντης είναι αν. καθηγητής Γεωπολιτικής της Θρησκείας και Θρησκευτικής Διπλωματίας του Πανεπιστημίου Αθηνών
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ







