Ο Μιχάλης Βιαννιτάκης, γραμματέας του Αγροτικού Συλλόγου Ιεράπετρας, μιλά για τη συζήτηση για την αξιοποίηση του μεταναστευτικού εργατικού δυναμικού στην Ελλάδα, αναφερόμενος στις ελλείψεις του πρωτογενούς τομέα και την κυβερνητική πολιτική που διέπει τις σχετικές διαδικασίες.
Μιλώντας στο Θέμα Κρήτης 103.1 και στην εκπομπή «Πίσω Σελίδες» με τον Μάριο Διονέλλη, εκφράζει την ανησυχία του για τις συχνές αλλαγές υπουργών στα υπουργεία Μετανάστευσης και Αγροτικής Ανάπτυξης, αμφισβητώντας την «κανονικότητα» αυτής της κατάστασης και επισημαίνει ότι το τρέχον νομοσχέδιο του Υπουργείου Μετανάστευσης δίνει προτεραιότητα στον κατασκευαστικό κλάδο, ειδικά στα μεγάλα δημόσια έργα, προσφέροντας διαδικασίες fast-track για την πρόσληψη εργατών από τρίτες χώρες. Αντίθετα, ο αγροτικός κλάδος, παρά τις συνεχείς εκκλήσεις του τα τελευταία τέσσερα χρόνια, παραμένει αντιμέτωπος με χρονοβόρες και πολύπλοκες γραφειοκρατικές διαδικασίες μέσω πρεσβειών και προξενείων.
Ο κ. Βιαννιτάκης ξεκαθαρίζει ότι αναφέρονται σε νόμιμη μετανάστευση εργατών με προσκλήσεις και όχι σε αιτούντες άσυλο που φτάνουν μέσω ανεπίσημων οδών. Η βασική τους πρόταση, που κατατίθεται εδώ και τουλάχιστον τρία χρόνια, είναι να δοθεί η δυνατότητα εργασίας στην Ελλάδα σε οποιονδήποτε φτάνει στη χώρα, ανεξάρτητα από τον τρόπο άφιξής του, εφόσον επιθυμεί πραγματικά να εργαστεί και πληροί τις προϋποθέσεις δημόσιας υγείας και ασφάλειας.
Ο ίδιος πιστεύει ότι αν κάποιος επιθυμεί να εργαστεί, θα πρέπει να ξεκινούν οι διαδικασίες ασύλου του, ανεξάρτητα αν προέρχεται από εμπόλεμη ζώνη ή είναι οικονομικός μετανάστης. Αυτή η «λογική και απλή», όπως λέει πρόταση, έχει υποβληθεί γραπτώς και προφορικά, ωστόσο, η κυβέρνηση επικαλείται συχνά ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως το δικαίωμα των ατόμων να μετακινούνται στην Ευρώπη.
Τέλος, επισημαίνει την οξεία έλλειψη εργατικού δυναμικού στον αγροτικό τομέα, αναφέροντας ότι μόνο στην Ιεράπετρα απαιτούνται πάνω από 3.000 εργάτες ενώ αναγνωρίζει κάποια αργά βήματα προόδου, όπως η ψηφιοποίηση της γραφειοκρατίας, αλλά τονίζει ότι δεν επαρκούν και πως το ζήτημα αποτελεί πλέον καθαρά πολιτική απόφαση.
